Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

49ο Κεφάλαιο

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο, που περιγράφει πολλά και σημαντικά σχετικά με τα κίνητρα των εχθρών του Βασιλείου της Αράχνης. Εξηγεί τη συμμαχία ανάμεσα στα τελώνια και στους Πεδιανθρώπους, τα κίνητρα και την προέλευση αυτών των λαών. Νομίζω ότι ο αναγνώστης της σειράς θα ανακαλύψει σε αυτό το κεφάλαιο ενδιαφέροντα στοιχεία.
Δεν είναι, όμως διορθωμένο- είναι στην πρώτη μορφή, όπως το αντέγραψα απ' το τετράδιό μου στο word. Πιθανότατα να περιέχει λίγα spoilers για κάποιον που δεν έχει διαβάσει και το "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών".
Τέλος δεν έχω αποφασίσει αν θα πρέπει να βρίσκεται στο τέλος του τρίτου βιβλίου ή στην αρχή του τέταρτου.

Γενικά αυτό το διάστημα κάνω διορθώσεις στον τρίτο τόμο, τον οποίο έχω σχεδόν ολοκληρώσει. Ξεκαθαρίζονται πλέον πολλά ζητήματα και κλείνουν σχεδόν όλες οι ανοιχτές εκκρεμότητες, έτσι ώστε στον τελευταίο τόμο η ιστορία να ακολουθεί μία αφηγηματική ευθεία (ή μάλλον δύο παράλληλες ευθείες). Έχω επίσης την ιδέα, ο τελευταίος τόμος να είναι γραμμένος με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να διαβαστεί και από κάποιον που δεν έχει διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία της σειράς, αλλά αυτό μάλλον είναι εξαιρετικά δύσκολα.
Ίσως σε λίγο καιρό ανεβάσω και μερικά ακόμα αποσπάσματα. Δίνω το λόγο στο κείμενο.

(το copyright του κειμένου και των χαρακτήρων ανήκει στον Γιάννη Πλιώτα και στις εκδόσεις Λιβάνη)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49ο: Καναά

Sτη μέση της ερήμου Μοζουάρ, υψώνεται ένα τεράστιο κάστρο, φτιαγμένο από ξεχασμένους λαούς, άλλους απ’ αυτούς που το κατοικούν. Η ιστορία του κόσμου κάνει κύκλους και άλλοι που ήταν στην κορυφή, καταβαραθρώθηκαν και άλλοι που βρίσκονταν στο ναδίρ, εκτινάχθηκαν στο ζενίθ.

Αυτοί που ονομάζονται Πεδιάνθρωποι ή Νορθόαν στη γλώσσα τους, παλιότερα ήταν νομάδες και όργωναν με καμήλες την αμμουδένια θάλασσα, ταξίδευαν με άλογα στις στέπες δυτικά κι ανατολικά ή στις τούνδρες που απλώνονται εκεί που σμίγουν η Ανατολή με τη Δύση. Γιατί και στους δικούς τους χάρτες, τα σημεία του ορίζοντα αναφέρονται με τον ίδιο τρόπο που αναφέρονται και οι χάρτες των βουνίσιων. Και αυτή δεν είναι η μόνη ομοιότητά τους.

Οι πεδιάνθρωποι, στις παλιές μέρες, τότε που δεν μετρούσαν το χρόνο που περνάει με την άλωση της Καναά, ήταν χωρισμένοι σε εφτά μεγάλες φυλές, αφού εφτά ήταν κι ο ιερός αριθμός τους, που πίστευαν ότι μαζί με τα πολλαπλάσιά του είχε μαγικές δυνάμεις και μπορούσε να επικρατήσει έναντι κάθε άλλου αριθμού.

Ο αρχηγός κάθε φυλής ήταν άνθρωπος μεγάλης εξουσίας και έφερε τον τίτλο του Τσαρ από τη στιγμή που σκότωνε τον προκάτοχό του, ως και τη μέρα που πέθαινε. Το ποιοι ήταν από κάτω του στην πυραμίδα δεν έχει και τόση σημασία για να σας τους αναφέρω και να τους απομνημονεύσετε. Όλοι οι άνδρες στη φυλή θεωρούνταν εν δυνάμει πολεμιστές από τη στιγμή που θυμούνταν τους εαυτούς τους, ως τη στιγμή που πέθαιναν.

Κάποτε, λοιπόν, οι εφτά Τσαρ, ακολουθώντας τα σημάδια που διάβασαν σε μια σύνοδο πλανητών, αποφάσισαν να ενώσουν τους στρατούς τους, να διασχίσουν τη Μοζουάρ και να επιτεθούν στη μεγάλη πόλη, που κυβερνούσαν ως τότε οι παλιοί άνθρωποι. Για να πετύχουν στους σκοπούς τους, πρόσφεραν ένα γενναίο μερίδιο από τα λάφυρα στα τελώνια, για να έρθουν μαζί τους να πολεμήσουν και αυτή η σύμπραξη τότε, ονομάστηκε πρώτη συμμαχία.

Ο στρατός συγκεντρώθηκε κάτω απ’ το λιοπύρι και διέσχισε σε μια εβδομάδα την έρημο του Μοζουάρ, ώσπου να στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της Καναά, η οποία αν και δεν ήταν καλά οχυρωμένη, υπερασπιζόταν από ανθρώπους, που δεν ήταν διατεθειμένοι να απαρνηθούν εύκολα όσα είχαν αποκτήσει. Από ένα παιχνίδι της τύχης, ο στρατός των πεδιανθρώπων αριθμούσε περίπου πέντε φορές περισσότερους άνδρες απ’ τους αμυνόμενους, ακριβώς η αναλογία που δεν δίνει σημαντικό πλεονέκτημα σε κανέναν.

Σφοδρές μάχες ξέσπασαν και οι στρατιώτες της Καναά εκμεταλλεύτηκαν ένα τρομερό όπλο που είχαν εφεύρει για να σπέρνουν τον όλεθρο σε όποιον πλησίαζε τις βάσεις των τειχών. Στους προμαχώνες, μέρες και νύχτες έκαιγαν γιγαντιαίες πυρές, όπου έβραζαν ασταμάτητα καζάνια με άμμο. Όταν οι πεδιάνθρωποι επιτήθονταν, τότε τους έλουζαν ποτάμια από καυτή άμμο, κατακαίγοντας και σκοτώνοντάς τους.

Η πολιορκία τράβηξε σε μάκρος. Αγανακτισμένοι οι στρατηγοί των πεδιανθρώπων έβαλαν επί εφτά μέρες, μάγους και μάντεις να θυσιάζουν αγελάδες, κόκορες, τράγους, ταύρους, καμήλες και όταν τα μάγια τους δεν έφεραν αποτέλεσμα, θυσίασαν εφτά από αυτούς.

Άργησε να έρθει η μέρα, αλλά μέχρι τότε οι περισσότεροι πολιορκητές πέθαναν απ’ τη δίψα και οι περισσότεροι υπερασπιστές απ’ την πείνα. Συνέβη κάτι αναπάντεχο, που έγειρε οριστικά την πλάστιγγα της νίκης. Σύννεφα μαζεύτηκαν στον ορίζοντα πίσω απ’ τους αμμόλοφους και πύκνωσαν ακριβώς πάνω απ’ τους εκατόν είκοσι οχτώ, ασημοστόλιστους πύργους της πόλης. Για πρώτη φορά έπειτα από εφτά χρόνια, ξέσπασε μια καταρρακτώδης βροχή, που κράτησε εφτά μέρες. «Θεϊκή παρέμβαση», είπαν οι ευσεβείς, «έτσι ήτανε γραφτό», μεμψιμοίρησαν άλλοι, «τύχη του διαβόλου», αναφώνησαν οι άπιστοι.

Όποιο κι από αυτά να είχε συμβεί, η Καναά δεν άργησε να πέσει στα χέρια της συμμαχίας πεδιανθρώπων και τελωνίων. Όσοι απ’ τους αμυνόμενους μπορούσαν να σηκώσουν τα πόδια τους, ακολούθησαν ένα υπόγειο τούνελ διαφυγής και εξαφανίστηκαν, αφήνοντας στο έλεος του εχθρού τις πατρογονικές τους εστίες.

Αφού χόρτασαν οι φωτιές και οι στρατιώτες κόρεσαν τις ορμές και τις λαχτάρες τους, τέθηκε το ζήτημα του μοιράσματος των περιοχών, τόσο της πόλης, όσο και των χωριών που βρίσκονταν στην περιοχή. Κατέστη προφανές, ότι οι πεδιάνθρωποι θέλανε η πόλη να διοικείται από πεδιανθρώπους και ότι τα τελώνια θέλανε η πόλη να διαφεντεύεται από τελώνια.

Αρχικά οι δύο πλευρές ανταλλάξανε επιχειρήματα σαν κόσμιοι και πολιτισμένοι κατακτητές. Ακολούθησε η ανταλλαγή φωνών, οι φωνές τυλίχθηκαν με ύβρεις και το κακό ήταν αναπόφευκτο. Οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι, σύντροφοι και συμπολεμιστές, ενώ τα ερείπια της Καναά ακόμα κάπνιζαν, τράβηξαν σπαθιά ο ένας στον άλλον. Λόγχες εκτοξεύτηκαν με μεγαλύτερο μένος απ’ ότι ενάντια στους υπερασπιστές και τσεκούρια χώρισαν με φούρια μέλη από σώματα.

Νικητές σε αυτή τη μάχη αναδείχθηκαν οι Πεδιάνθρωποι, γιατί παρότι τα τελώνια ήταν πολυάριθμα, συνήθως δεν πολεμάνε με τάξη και προτιμούν να αντιμετωπίζουν τον εχθρό σε μέρη που έχουν τακτικό και αριθμητικό πλεονέκτημα. Αντίθετα οι οπλίτες των πεδιανθρώπων, από τότε ακόμα, φορούσαν βαριές πανοπλίες και είχαν ευκίνητους ιπποτοξότες, εκπαιδευμένους να βρίσκουν το στόχο τους κι απ’ τη σέλα του αλόγου.

Τα τελώνια τελικά υποχώρησαν, σέρνοντας μαζί τους θησαυρούς κι αιχμαλώτους, αλλά έχοντας διωχθεί απ’ την πόλη και φυτεύοντας βαθιά μέσα τους την πίκρα της δυστυχίας. Ορκίστηκαν ότι μία μέρα θα εκδικούνταν τα ασκέρια των νομάδων, αλλά καθώς δεν ήταν να τα εμπιστεύεσαι σε τέτοια ζητήματα, ποτέ δεν εκπλήρωσαν τον όρκο τους μέχρι και τις μέρες μας.

Οι Πεδιάνθρωποι οργανώθηκαν. Ξανάχτισαν τις συνοικίες που είχαν ισοπεδώσει, αναγνώρισαν στις εικόνες των ναών θεούς όμοιους με τους δικούς τους και για πρώτη φορά στην ιστορία τους, αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε έναν τόπο μόνιμα, τον οποίο όρισαν για χώρα και πατρίδα τους. Ως τότε αγωνιούσαν κάθε χρόνο να κυνηγήσουν αρκετά για να θρέψουν τη φυλή τους, να σχεδιάζουν τις μεταναστεύσεις τους ανάλογα με τις μεταναστεύσεις των άγριων θηραμάτων, να στήνουν τις σκηνές τους γύρω από τα πηγάδια της στέπας και να μην περνούν πολλές νύχτες δίπλα στο απέραντο νερό, γιατί κινδύνευαν από τα κυανά πλάσματα που φορούσαν λέπια και αγκάθια.

Γενιές επί γενεών παρήλθαν, οι νέες δομές της κοινωνίας τους σταθεροποιήθηκαν, το ίδιο η γλώσσα και η θρησκεία τους. Άλλαξαν τους παλιούς θεούς με έναν νέο, που ταίριαζε περισσότερο στις μορφές τους και μπορούσαν να τον πλησιάσουν ευκολότερα στα όνειρα και τις προσευχές τους. Οι οάσεις μέσα στην πόλη έμοιαζαν αστείρευτες, μάντρωσαν μεγάλα κοπάδια με ζώα και ανακάλυψαν πολλούς θησαυρούς που έκρυβε η έρημος. Παράξενα ντυμένα έμποροι, ακολουθούσαν δρόμους απ’ τις άκρες του κόσμου και επισκέπτονταν την Καναά για να πάρουν και να δώσουν αγαθά.

Η χώρα των πεδιανθρώπων αναπτύχθηκε, αλλά όπως διαφάνηκε, περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει. Στην αρχή εμφανίστηκαν σπίτια με πατώματα το ένα πάνω στο άλλο κι έπειτα πρόχειρες πλινθόκτιστες χαμοκέλες, επεκτάθηκαν έξω από τα τείχη. Οι κάτοικοι ασφυκτιούσαν απ’ τις ανάσες των διπλανών τους και οι λιγοστές καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν έφταναν να δώσουν δουλειά σε όλους. Ψίθυροι αγανάκτησης.

Καθώς η κατάσταση χειροτέρευε και οι δρόμοι γέμιζαν με ρακένδυτους ζητιάνους, οι ψίθυροι σιγά σιγά μετουσιώνονταν σε φωνές διαμαρτυρίας. Μισότρελοι πεινασμένοι φύτρωσαν στα σταυροδρόμια κηρύττοντας τις αξίες των προηγούμενων θεών και μεταλαμπαδεύοντας τη ζέση των λόγων τους. Η Καναά για μία ακόμα φορά παραδινόταν στις φλόγες, αλλά αυτή τη φορά οι φλόγες ήταν διαφορετικές, πνευματικές. Ένας νέος πόλεμος θα ετοιμαζόταν.

Δεν είναι γνωστό το πως και πότε οι εφτά Τσαρ πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του βασιλείου των βουνών και την ευρωστία του. Ήταν η ιδανική περίπτωση όχι μόνο για να αποκομίσουν νέα πλούτη, αλλά και για να ξαποστείλουν απ’ την Καναά, όλους τους κουρελήδες, που άγονταν και φέρονταν από επαναστατικά φιρμάνια.

Ενόσω κατάσκοποι στάλθηκαν να συλλέξουν λεπτομέρειες και να παρεισφρήσουν στην ιεραρχία του βασιλείου, οι Τσαρ ενθάρρυναν τους φτωχοδιαβόλους και άρχισαν να υπόσχονται τον ερχομό μίας νέας εποχής ακμής, που θα ξεκινούσε απ’ τις στάχτες που θα άφηνε ένας νέος πόλεμος. Υποδαυλίζοντας λησμονημένα μίση, θύμισαν στο λαό, ότι οι αρχαίοι πρόγονοί τους, είχαν σφαχτεί απ’ τους πρώτους κατοίκους της Καναά και τώρα όχι μόνο δεν είχε σβηστεί η φάρα τους, αλλά τα απομεινάρια της είχαν ιδρύσει ένα νέο βασίλειο. Είχαν διαλέξει τα βουνά για να είναι πιο κοντά στους θεούς και ευημερούσαν σε βάρος των υπολοίπων λαών του κόσμου.

Για να ενισχύσουν την εκστρατεία τους, προσέγγισαν ξανά τα τελώνια, τα οποία έμεναν ίδια κι απαράλλαχτα στο πέρασμα των αιώνων. Αφού τους υποσχέθηκαν δέκα φορές περισσότερα αξιώματα, εκατό φορές περισσότερα πλούτη και χίλιες φορές περισσότερους αιχμαλώτους, έπεισαν τους αρχηγούς τους να συνδράμουν την εκστρατεία. Ορδές ατάκτων, μονάδες εμπροσθοφυλακής, τάγματα παλουκωτών και τερατώδη υποζύγια, τέθηκαν στη διάθεση των Τσαρ.

Ο καιρός περνούσε κι ο κάθε χρόνος κυνηγούσε τον προηγούμενο , ώσπου ωρίμασαν οι συνθήκες. Μια τεράστια στρατιά, που στηριζόταν στην πρωτόγονη κι ωμή δύναμη των μαζών, καθώς και στις υποτιθέμενες γητείες των ιερέων και των μυστών που τη συνόδευαν, κίνησε απ’ την Καναά για να εισβάλει στα βουνά που οι ενενήντα εννιά στους εκατό, είχαν μόνο ακουστά από περιγραφές.

Μαζί τους έσερναν κοπάδια, κάρα με πολεμικά εφόδια και ένα μάτσο από ραβδοσκόπους που θα εξασφάλιζαν επαρκή αποθέματα νερού, κατά τη μακριά πορεία τους. Πίσω απ’ όλα αυτά ακολουθούσε ένα ασυμμάζευτο μπουλούκι από νεκροσκόπους, ελεεινές γυναίκες, πραματευτές και οπιοπώλες.

Κανείς δεν είχε μετρήσει με ακρίβεια πόσες λεύγες βραχώδων πεδιάδων, άγριας ερήμου και άνυδρης στέπας έπρεπε να αφήσουν πίσω τους για να φτάσουν ως τους πρόποδες των βουνών. Ήξεραν μόνο ότι έπρεπε να ταξιδέψουν ως εκεί που φτάνει το μάτι και από εκεί να κάνουν κουράγιο για να φτάσουν εκεί που φτάνει το μάτι.

Πρόσκοποι των τελωνίων προπορεύονταν τρεις μέρες του κυρίως όγκου του στρατού για να ανιχνεύουν και να διασφαλίζουν ότι δεν θα συναντούσαν παρατηρητές του βασιλείου ή ανθρώπους που θα μπορούσαν να μαρτυρήσουν τα σχέδιά τους. Επιπλέον δική τους δουλειά ήταν να ειδοποιήσουν τους συνδέσμους των Τσαρ στο βασίλειο ότι πλησίαζε η ώρα της εισβολής. Αυτοί οι πρόσκοποι, όταν με δέος αντίκρισαν τα πρώτα υψώματα και τα πρώτα πυκνά δάση, έπεσαν στα γόνατα και προσευχήθηκαν με λυγμούς στον Γκάργκας, τον πολεμικό θεό τους και μετά έκοψαν δέντρα για τους πρώτους καταπέλτες.

Σύμφωνα με το σχέδιο και με την καθοδήγηση μυστικών χαρτών, η στρατιά των εισβολέων παρατάχθηκε βουβή μπροστά απ’ τα τείχη του Δοντιού του Δράκου. Για έξι μέρες, οι ζητιάνοι που είχαν ντυθεί στρατιώτες και είχαν εκπαιδευθεί πρόχειρα κατά τη διάρκεια της πορείας, μόλις και μετά βίας συγκρατούνταν απ’ τα μαστίγια των αφεντάδων τους για να μην ξεχυθούν προς τα τείχη. Τελικά η υπομονή τους απέδωσε και την έβδομη μέρα η επίθεσή τους ξεκίνησε έναν πολυετή και αιματηρό πόλεμο. Αστραπιαία επιτέθηκαν και στην κοντινότερη πόλη, τον Ιστό και τα υπόλοιπα πέρασαν στην ιστορία.

Μα πίσω απ’ όλους αυτούς, υπήρχαν και άλλα χέρια που βούτηξαν τα δάχτυλά τους στο αίμα…