Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Παρουσίαση στην Πάτρα

Επόμενη παρουσίαση του Βασιλείου της Αράχνης, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου της Πάτρας.
Θα γίνει τη Δευτέρα 26 Μαίου, στις 8 μ.μ.
Περισσότερες λεπτομέρειες θα ανεβάσω τις επόμενες μέρες.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Trailer στο youtube

Το trailer που ετοίμασαν οι εκδόσεις Λιβάνη για το Βασίλειο της Αράχνης, βρίσκεται από σήμερα στο youtube και συγκεκριμένα στη διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=zX1ML79sxCs

Πολύ σύντομα θα έχω και νέα για την επόμενη παρουσίαση του βιβλίου.
Εκτός απροόπτου θα πραγματοποιηθεί τέλη του επόμενου μήνα στον Παπασωτηρίου της Πάτρας.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Μέχρι τον επίλογο

Συνεχίζω να γράφω διάφορα κεφάλαια για το τρίτο βιβλίο, αλλά χωρίς καμία ιδιαίτερη σειρά.
Έχω φτιάξει έναν σκελετό για το ποια κεφάλαια αποτελούν το βιβλίο και επιγραμματικά σε τι αναφέρεται το καθένα.
Όποτε έχω διάθεση γράφω σε τετράδιο ένα κεφάλαιο που διαλέγω. Όταν δεν έχω πολύ όρεξη, περνάω τα χειρόγραφα στο word. Πιστεύω ότι όταν θα έχω τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου θα έχει γραφτεί με αυτή τη μέθοδο, κάτι που δεν είχα ακολουθήσει στα προηγούμενα.
Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο περίπου μεγάλο θα είναι το "Τέχνασμα Δεμένο με άλλο Τέχνασμα". Ίσως κάπου ανάμεσα στις 60 και 70 χιλιάδες λέξεις και 17-18 κεφάλαια. Ίσως και λίγο μεγαλύτερο. Ελπίζω να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα Μαίου ή και νωρίτερα.
Πάντως χθες έγραψα τον επίλογο, στον οποίο επιστρέφει μία γνώριμη μορφή από το πρώτο βιβλίο. Συγκεκριμένα ο Γκασπάρ με το τρομερό όπλο του, ένα σιδερένιο γάντι που έχει κολλημένα πάνω του τα δόντια ενός λυκαρχηγού. Η μυστηριώδης μορφή του, αποδεικνύεται κακόβουλη και επιζητεί να βλάψει τον Αλιόσκα, καθώς θυμάται κάτι που αστόχαστα του είχε υποσχεθεί ο νεαρός αγγελιοφόρος. Όπως θα μπορούσε να μαντέψει κάποιος που έχει διαβάσει την "Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες", στο τέταρτο βιβλίο θα υπάρχει ένα κεφάλαιο με τίτλο "Απρόσμενος Εχθρός".

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Πάτρα-Βιβλιοπωλεία

Να ευχαριστήσω και τα βιβλιοπωλεία εδώ στην Πάτρα, που φιλοξενούν αυτές τις μέρες στις βιτρίνες τους το "Βασίλειο της Αράχνης". Πιο συγκεκριμένα το Lexis, τη Γωνιά του Βιβλίου, την Πρωτοπορία, το Μεθενίτη και το Ρούμπυ.
Ελπίζω να μην ξεχνάω κάποιο.

Edit: Ήρθα την Κυριακή στα Γιάννενα και με χαρά είδα πολλά βιβλιοπωλεία να φιλοξενούν επίσης στις βιτρίνες τους το "Βασίλειο της Αράχνης". Παπασωτηρίου, Αναγνώστης, Δωδώνη (28ης Οκτωβρίου), Χαρτέξ, Εν Πλω, Λυγούρας. Ελπίζω και πάλι να μην ξεχνάω κάποιο.





Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

Μετά την παρουσίαση

Η παρουσίαση του βιβλίου νομίζω πήγε πολύ καλά. Δεν φαντάζεστε πόσο αγχωμένος ήμουν, αλλά κατάφερα να πω κι εγώ δυο κουβέντες, εκτός απ' την Ευθυμία*, το Μιχάλη και την Κιάρα που μίλησαν για την "Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες".
Είδα πάρα πολλά αγαπημένα πρόσωπα, που με συγκίνησαν με την παρουσία τους, αλλά και φίλους που ταξίδεψαν από μακριά. Ο χώρος εκδηλώσεων του Cube γέμισε σχεδόν ασφυκτικά και ελπίζω να ευχαριστήθηκαν όλοι όσοι ήταν εκεί.
Είχα τη χαρά μεταξύ άλλων να γνωρίσω και το Γιώργο Δημητρίου, τον εικονογράφο των εξωφύλλων, αλλά και πολλούς φίλους που ήξερα μόνο ως avatars από το sff.gr
Νομίζω το επόμενο ραντεβού, εκτός απροόπτου, θα είναι στην Πάτρα μετά το Πάσχα, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου.
Για την ώρα περνάω χειρόγραφες σημειώσεις για το τρίτο και το τέταρτο βιβλίο από το τετράδιό μου στο word και περιμένω με αγωνία την κυκλοφορία του "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών" την επόμενη εβδομάδα. Αυτές τις μέρες o εκδοτικός οίκος ετοιμάζει επίσης και ένα διαφημιστικό video το οποιό θα αναρτηθεί στο youtube. Περισσότερα σε λίγες μέρες.
Επίσης σε κάποια απ' τις επόμενες μέρες θα γράψω και μερικά επεξηγηματικά σχόλια για ένα-δύο από τα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου.

*Αν θέλετε να διαβάσετε όλα όσα είπε η Ευθυμία για το Βασίλειο της Αράχνης, μπορείτε να ανατρέξετε στη σχετική ανάρτηση της στο "βιβλίο των συμβάντων": http://readingthebookofdeeds.blogspot.com/2008/04/blog-post_12.html

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Αποσπάσματα

Δύο μικρά αποσπάσματα από το δεύτερο βιβλίο. Το πρώτο από αυτά έχει μπει στα αυτάκια του βιβλίου και προέρχεται από ένα από τα τελευταία και πιο σημαντικά κεφάλαια. Σε αυτό δίνονται πολλά στοιχεία για την εξέλιξη της ιστορίας στο τρίτο βιβλίο:

"...Ο χρόνος λιγόστευε. Δεν κυλούσε πλέον όπως το ρετσίνι στον κορμό του πεύκου, αλλά όπως το μανιασμένο νερό στον καταρράκτη. Πέρα μακριά, στη μεγάλη ανατολική πόλη των ανθρώπων, εκεί όπου οι κορυφές των βουνών συναντούσαν τον ουρανό, πορφυρές αντανακλάσεις έβαφαν τα σύννεφα. Έπρεπε τώρα αρχαίοι σύμμαχοι να αφυπνιστούν, να αλλάξουν τις μορφές τους, να βγουν απ’ τις κρυψώνες τους στα βάθη των σπηλαίων και να πολεμήσουν ξανά απέναντι στον τρομερό εχθρό, που πριν από εκατόν είκοσι εφτά χρόνια είχε περάσει απ’ το πηγάδι και είχε έρθει στην επιφάνεια αυτού του κόσμου..."


Το δεύτερο απόσπασμα, πάλι βρίσκεται κοντά στο τέλος του βιβλίου και περιγράφει τις στιγμές πριν από μία κρίσιμη μάχη.


"...Το σιδερένιο φανάρι που κρεμόταν στην οροφή, είκοσι πόδια πάνω απ’ τα κεφάλια τους, ταλαντεύτηκε βίαια σαν εκκρεμές, ενώ πέτρες και σκόνη έπεσαν στις περικεφαλαίες των αντρών, που ήδη ένιωθαν το κουράγιο τους να φυλλορροεί. Στους τοίχους γύρω τους, ξετυλίχτηκαν σαν φίδια δεκάδες ρωγμές. Καθώς επικρατούσε ξανά μια αφύσικη ηρεμία, οι στρατιώτες προσπαθούσαν να μαντέψουν αν ο εχθρός επιτίθετο στην πόλη ή αν απαντούσε με τυφλές βολές στον αντιπερισπασμό του Μέγα Στρατηγού. Η ατμόσφαιρα είχε κάτι απ’ τη νηνεμία πριν την κατακλυσμιαία καταιγίδα. Υπήρχαν άτομα που έπαιρναν μέρος σ’ εκείνη την αποστολή για τους δικούς τους, ενδόμυχους λόγους και κάποια απλώς επειδή είχαν γεννηθεί με την εξουσία άλλων να διαφεντεύει τη ζωή τους. Καθώς, όμως, το τέλος πλησίαζε, οι σκέψεις των περισσότερων ενώνονταν κάτω απ’ τη φιλόξενη και παρήγορη σκέπη του Θεού..."


Οριστικό εξώφυλλο 2ου βιβλίου

Σήμερα το μεσημέρι ολοκληρώθηκε το στήσιμο απ' το εξώφυλλο του δεύτερου βιβλίου της σειράς. Το "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των νεκρών" κυκλοφορεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο φυσικά είναι έργα του Γιώργου Δημητρίου. Νομίζω είναι εκπληκτικά, ελπίζω το περιεχόμενο να είναι και αντάξιό τους.


















Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο οπισθόφυλλο:


Αψηφώντας χίλιους κινδύνους ο Αλιόσκα φτάνει στον Ανατολικό Πύργο για να δει μέσα σε λίγες μέρες τον κόσμο να αλλάζει μορφή γύρω του. Η περγαμηνή ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, αλλά τα λόγια πάνω της είναι δεμένα με αφανή τεχνάσματα. Ο πόλεμος βασανίζει τους ανθρώπους και τους κάνει σκληρούς, ενώ ο μισότρελος βασιλιάς του Ανατολικού Πύργου παίρνει αμφιλεγόμενες για το μέλλον της πόλης αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια μιας ανελέητης πολιορκίας το παρελθόν αρχίζει να ξεσκεπάζει τα καλά κρυμμένα μυστικά του και τελικά οι ήρωες ανακαλύπτουν ότι προκειμένου να σωθούν, θα πρέπει να προδώσουν όχι μόνο συντρόφους και ιδανικά, αλλά και τους βαρύτερους όρκους που έχουν πάρει.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Απόσπασμα

Ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου. Όπως σε κάθε κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου, παίζει σημαντικό ρόλο το πρώτο γράμμα του τίτλου.
Αυτό το κεφάλαιο ήταν και αυτό που πρωτοέγραψα ξεκινώντας το "Βασίλειο της Αράχνης". Διαδραματίζεται στις πρώτες μέρες του πολυετούς πολέμου και ενώ το Δρακοδόντι πέφτει έπειτα από προδοσία στα χέρια των Πεδιανθρώπων. Το χρησιμοποίησα περισσότερα για να δημιουργήσω ατμόσφαιρα και να εισάγω τον αναγνώστη στον άγνωστο κόσμο της οροσειράς Ντραγκούτ. Πάντως όσα αναφέρονται εδώ, παίζουν σημαντικό ρόλο πολύ αργότερα στην αφήγηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Παρελθόν

Εξήντα τρία χρόνια πριν από σήμερα

ΕΝΑ ΘΛΙΒΕΡΟ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ. Τα άλογα της συντροφιάς ήταν από νωρίς ανήσυχα και τρομαγμένα. Και κουρασμένα, γιατί σε μισή σχεδόν μέρα είχαν διανύσει μια πολύ δύσκολη ανηφορική διαδρομή, μέσ’ από θάμνους, δάση και απόκρημνους, επικίνδυνους και άγνωστους δρόμους. Ο οδηγός που προχωρούσε μπροστά, αν και χρόνια περιδιάβαζε τα βουνά της περιοχής, άλλοτε σταματούσε αβέβαιος, άλλοτε έψαχνε γνώριμα σημάδια και άλλοτε ομολογούσε ότι είχε κάνει λάθος, και οι καβαλάρηδες επέστρεφαν σε ένα σημείο που είχαν αφήσει πίσω τους από ώρα. Το μεσημέρι, μέσα στην πυκνή βλάστηση, αντιλήφθηκαν λύκους ή άλλα αγρίμια να τους ακολουθούν από μικρή απόσταση, αλλά έπειτα από λίγη ώρα τα παράτησαν, είτε γιατί κουράστηκαν είτε γιατί φοβήθηκαν.

Αν και το φως της μέρας ακόμα σκορπιζόταν γύρω, οι πυρσοί που προνόησαν να ανάψουν δύο από τους στρατιώτες έφεραν αποτέλεσμα, φοβίζοντας τα άγρια ζώα, ενώ ένας τοξότης έριξε και μερικά βέλη στα τυφλά, καβάλα στο άλογό του. Ίσως κάποια άλλη φορά κάτι τέτοιο να είχε θεωρηθεί αστόχαστη σπατάλη, μια και δε θα πήγαινε ποτέ να γυρέψει τα καλοζυγισμένα και ακριβά βέλη του, αλλά εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν έμοιαζε να έχει σημασία. Ο νεαρός τοξότης κοίταξε λυπημένος τη φαρέτρα του. Του είχαν απομείνει μόνο τρία βέλη…

Συνέχισαν την ανάβαση χωρίς να σταματήσουν, έστω και λίγο, για να ξαποστάσουν. Τα μέλη των καβαλάρηδων είχαν κρεμάσει απ’ την εξάντληση, τα πόδια των αλόγων σέρνονταν πια στο στρώμα των ξερών φύλλων των βελανιδιών, που κάλυπτε το έδαφος σ’ εκείνο το μελαγχολικό και ήσυχο μέρος. Οι μόνοι θόρυβοι που τάραζαν την απογευματινή ηρεμία ήταν ο κρότος που ακουγόταν όταν τα πέταλα χτυπούσαν σε κάποια πέτρα και η κλαγγή των όπλων που αναπηδούσαν δεμένα στις σέλες των αλόγων. Όλη η φύση σιωπούσε, σαν να αφουγκραζόταν τα παράξενα νέα από τον κόσμο των ανθρώπων και να συμμεριζόταν την αδιόρατη θλίψη και τον πόνο που πλανιούνταν στην ατμόσφαιρα.

Η συντροφιά των ανθρώπων επιστράτευσε δυνάμεις που είχε κρυμμένες για καταστάσεις σαν αυτή και ανέβηκε κι άλλο, ώσπου περισσότερος ουρανός ήταν από κάτω τους, παρά από πάνω τους. Το τοπίο είχε πάρει τώρα διαφορετική μορφή, ακόμα πιο μελαγχολική και πένθιμη, σαν να ήταν το πεδίο μιας φανταστικής μάχης. Περνούσαν βράχια σπαρμένα στην πλαγιά του βουνού, που έμοιαζαν με ξεθαμμένα κόκαλα της γης, σαπισμένους κορμούς αιωνόβιων δέντρων, που κείτονταν σαν πεθαμένοι πολεμιστές, και ξεχασμένα μονοπάτια, που είχαν σβηστεί από το χώμα και από τις μνήμες εκείνων που τα είχαν χαράξει.

Ώσπου τελικά έφτασαν εκεί. Ήταν ένα φυσικό σκαλοπάτι, μια προεξοχή του βουνού, ένα παρατηρητήριο που όμοιό του δε θα μπορούσε να φανταστεί ανθρώπου νους και που στεκόταν χιλιάδες χρόνια ακλόνητο στην ίδια θέση. Σχηματιζόταν κυριολεκτικά στο χείλος ενός γκρεμού, όχι μεγαλύτερο από είκοσι πόδια σε μήκος και μόλις δέκα σε πλάτος, σαν μια πέτρινη γλώσσα που ξεπρόβαλλε χλευαστικά απ’ τα πετρώματα. Σε όποιον φοβόταν τα ύψη, έδινε την ψευδαίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή θα ράγιζε και θα κατέρρεε, ενώ από κάτω ακριβώς ανοιγόταν το απόλυτο χάος, ένα χάσμα που θα έπαιρνε την ανάσα οποιουδήποτε…

«…Και οποιοσδήποτε κοιτάξει, η ανάσα του αυτή θα είναι η έσχατη, εκτός αν το πρώτο πόδι της Αραχνίδας έχει γίνει βορά της μεγάλης πυράς. Τότε αυτός που θα έχει κοιτάξει θα νιώσει την ορμή της φλόγας να μπαίνει μέσα του όπως μπαίνει ο αέρας, σειρές από φολίδες θα σκεπάσουν το κορμί του απ’ τις φτέρνες ως την κεφαλή και η δύναμή του θα μεγαλώσει χίλιες φορές και άλλες τόσες», ολοκλήρωσε ο Λόγιος, προφέροντας πιο αργά την τελευταία φράση, σαν να απαλλασσόταν από ένα βαρύ φορτίο που ήταν καταδικασμένος να κουβαλάει για καιρό. Ο πάπυρος που κρατούσε στα χέρια του έτρεμε, η γλώσσα του είχε δεθεί κόμπος και οι λέξεις σχηματίζονταν δύσκολα. Αν η έκφρασή του μαρτυρούσε ικανοποίηση ή απογοήτευση, το γνώριζε μόνο εκείνος και ο Θεός στον οποίο πίστευε.

Η συντροφιά είχε σταματήσει λίγο μακρύτερα απ’ το χείλος του γκρεμού και οι περισσότεροι είχαν ξεπεζέψει μετά την κοπιαστική πορεία. Ο μόνος που είχε μείνει πάνω στο άλογο του ήταν ο Ιάκωβος, ο τοξότης της ομάδας και ο νεαρότερος απ’ όλους όσοι είχαν την τύχη ή την ατυχία να βρίσκονται εκεί χωρίς να το έχουν επιλέξει, την αποφράδα εκείνη μέρα. Μέσα στο χαλασμό της μάχης, ο Αξιωματικός τον είχε τραβήξει κοντά του και τον είχε διατάξει να τον ακολουθήσει μέσα από ένα μυστικό πέρασμα, για να βγουν έξω από τα τείχη. Στην αντίθετη πλευρά απ’ όπου είχε εισβάλει αναπάντεχα ο εχθρός, τους περίμεναν ο ίδιος ο Άρχοντας, ο σύμβουλός του ο Λόγιος, μερικοί στρατιώτες, εφόδια, εξοπλισμός και γερά άλογα για να τους οδηγήσουν μακριά από την πόλη, αλλά, όπως δεν άργησε να αντιληφθεί, μακριά κι απ’ τη σωτηρία.

Στην αρχή είχε πιστέψει ότι ήταν απλώς μέλος μιας ομάδας δειλών στρατιωτών, που την τελευταία στιγμή –και ενώ στην πόλη οι σύντροφοί τους πολεμούσαν ακόμα– το έσκασαν υπό τις οδηγίες του αντάξιου Άρχοντά τους, για να σώσουν την «πολύτιμη» ζωή τους. Η σκέψη ότι είχαν ιερό καθήκον να ειδοποιήσουν το ταχύτερο δυνατό την κοντινότερη πόλη κάπως ξαλάφρωνε τη συνείδησή του, όμως η κατεύθυνση που ακολούθησαν δεν του άφηνε πλέον περιθώρια για αμφιβολίες. Η συγκυρία τον είχε οδηγήσει σε διαφορετικά μονοπάτια από αυτά που είχε ονειρευτεί μικρός να ακολουθήσει. Ο Ιάκωβος προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι όφειλε υποταγή στους ανωτέρους του, αλλά μάταια πάλεψε να ξεγελάσει μέσα του ένα αίσθημα ενοχής.

Παρόλο που του είχαν απομείνει μόνο τρία βέλη στη φαρέτρα και δε χειριζόταν με πολλή επιδεξιότητα το καλογυαλισμένο εγχειρίδιό του, είχε συνέχεια το νου του για οποιαδήποτε απειλή μπορούσε να εμφανιστεί από τα βράχια γύρω τους. Το ατίθασο, νεαρό άλογό του γύριζε νευρικά γύρω απ’ τον εαυτό του, χλιμιντρίζοντας και κάνοντας να χτυπούν μεταξύ τους τα δύο καλοφτιαγμένα τόξα που είχε περασμένα στη σέλα του ο Ιάκωβος: το ένα για μακρινές αποστάσεις, που του το είχε χαρίσει ο πατέρας του, και το άλλο για κοντινές, δώρο του αδερφού του. Είχαν καταφέρει, άραγε, να γλιτώσουν απ’ το χαμό; Τι είχε γράψει η μοίρα στο βιβλίο της γι’ αυτούς;

Οι υπόλοιποι, φαινομενικά απαλλαγμένοι από κάθε βασανιστική σκέψη για όσα είχαν αφήσει πίσω, καθώς ο ήλιος άρχιζε να πέφτει, έμοιαζαν σαν να βρίσκονται σε μια ιδιότυπη θεατρική σκηνή, υποβλητικά φωτισμένη από τα βελούδινα χρώματα του δειλινού. Για τους περισσότερους, αυτό θα ήταν και το τελευταίο δειλινό της ζωής τους.

Ο Άρχοντας, ο Λόγιος, ο Αξιωματικός και οι πέντε στρατιώτες, έχοντας σχηματίσει κύκλο, υποδύονταν τους ρόλους που είχε γράψει η μοίρα γι’ αυτούς. Το βαρύ οπλισμό, τα σπαθιά, τις ασπίδες, τα τσεκούρια και τις βαλλίστρες τα είχαν αφήσει στ’ άλογά τους λίγο πιο μακριά, εκεί όπου βρισκόταν ο Ιάκωβος. Απ’ τις διχτυωτές πανοπλίες τους ξεχώριζε εκείνη του Αξιωματικού. Πάνω στον ατσάλινο, αστραφτερό του θώρακα απεικονιζόταν ανάγλυφα μια αποκρουστική αράχνη, με απαίσιο γυναικείο κεφάλι, φίδια αντί για μαλλιά και στόμα απ’ όπου έβγαινε κοροϊδευτικά μια γλώσσα με αγκάθια. Η Βασίλισσα Αράχνη. Ακατανόητο αρχαίο σύμβολο, που ακόμα χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή απ’ τους λαούς των βουνών για να διακοσμούν ασπίδες, πανοπλίες και λάβαρα.

Με την πάροδο του χρόνου είχαν αλλάξει οι συνήθειες και οι περισσότεροι πλέον διάλεγαν λιγότερο παγανιστικά σύμβολα, όμως ο Αξιωματικός δε νοιαζόταν, εκείνη ειδικά τη μέρα, για τους τύπους...

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Παρουσίαση στο Cube, 11-04

Σε μία εβδομάδα, την άλλη Παρασκευή στις 20:00 είναι η παρουσίαση του "Βασιλείου της Αράχνης" στο εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο Cube.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Ευθυμία Δεσποτάκη και ο Μιχάλης Γεωργοστάθης.
Λογικά απ' τη Δευτέρα προσκλήσεις θα υπάρχουν και στο βιβλιοπωλείο.