Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Η ιστορία της Δρακοφωλιάς- Μέρος Β'


Ανεβάζω σήμερα το δεύτερο μέρος του παραμυθιού για την ιστορία της Δρακοφωλιάς. Υπενθυμίζω ότι η αρχή βρίσκεται εδώ:
http://kingdomofarachnida.blogspot.com/2009/03/blog-post_09.html Από την ιστορία λείπουν μία ή δύο μικρές παράγραφοι, που θα συνδέεουν την πλοκή όσα συμβαίνουν στο τρίτο βιβλίο. Επίσης λείπουν και μερικές διορθώσεις. Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και το τρίτο και τελευταίο μέρος.


Ανάμεσα στα ΚΕΦΑΛΑΙΑ 53 και 54: Η ιστορία της Δρακοφωλιάς (Β' Μέρος)

[...]
Για τους δικούς του λόγους ο Πρίγκιπας πείσθηκε πως αυτό ήταν το καλύτερο για την πόλη του και ακόλουθα έπεισε και τους υπηκόους του. Σύντομα οι νεοφερμένοι μελανέρυθροι θυρεοί της Αράχνης, άρχισαν να κυματίζουν περήφανα στις επάλξεις της Δρακοφωλιάς, όπως κυμάτιζαν στην Αδιγχάρα, στο Μεριάν, στην Ένιεθ και στις υπόλοιπες. Και σε όλο το νεοσύστατο βασίλειο, η πόλη του Πρίγκιπα έτυχε να είναι η βορειότερη και η πιο απομακρυσμένη.

Και συνέβη ένα παράξενο και συνάμα αναπόδραστο γεγονός: ο Πρίγκιπας απότομα γέρασε. Κάθε μέρα εξέπνεε ζωή από μέσα του χωρίς να την ανανεώνει, ο χρόνος σαν να συγχρονίστηκε μαζί του τελικά. Ο Πρίγκιπας δεν άργησε να εγκαταλείψει τον κόσμο και την πόλη που είχε αγαπήσει και οι κάτοικοι αποφάσισαν να χτίσουν ένα μαυσωλείο προς τιμήν του. Σκαλισμένο στο σώμα του βράχου και κεντημένο με ρούνους, αετούς και δράκους- τα σύμβολα της αράχνης δεν τα αισθάνονταν ακόμα αρκετά οικεία για να τα συμπεριλάβουν.

Από τότε χίλια χρόνια ήρθαν και πέρασαν. Οι κάτοικοι της Δρακοφωλιάς θυμούνταν μόνο σαν όνειρο και μέσα από παραμύθια που ξεχνιούνταν σιγά σιγά, τη μακρινή καταγωγή τους και τον Πρίγκιπα που κάποτε όριζε τις τύχες των βουνών τους. Αλλά τα γεγονόταν επέλεξαν να τους θυμίσουν. Γιατί ήρθαν κι άλλοι άνθρωποι από τις πεδιάδες, αυτή τη φορά όχι για να ζητήσουν καταφύγιο και γη να εγκατασταθούν, αλλά για να κάψουν και να διαγουμίσουν. Πόλεμος. Θάνατος. Σκοτάδι.

Όταν ξεκίνησε η πολιορκία από τους Πεδιανθρώπους, η πρώτη βολή καταπέλτη χτύπησε τον τρούλο διαλύοντάς τον και σκοτώνοντας όσους είχαν καταφύγει εκεί για να προσευχηθούν. Οι βάρβαροι βομβαρδισμοί ενάντια στην πόλη και όχι στα τείχη της, συνεχίστηκαν ανελέητα για μέρες, ώσπου ισοπεδώθηκαν οι πάντες και τα πάντα.

Αυτό, όμως δεν ήταν σωστό.

Καθώς το έδαφος έτρεμε, μέσα στο Μαυσωλείο του αφυπνίστηκε ο αρχαίος Πρίγκιπας Μπούντιμιρ. Όταν συνειδητοποίησε τον όλεθρο που σκέπαζε την πόλη του, έφερε στη ζωή πολλούς απ’ τους πιστούς υπηρέτες του και τους μοίρασε μαγικά όπλα που παρ’ ότι είναι φτιαγμένα στον κόσμο των φαντασμάτων, έχουν τη δύναμη να σκοτώνουν και στον κόσμο των ζωντανών. Δεν είχαν εγερθεί απ’ την αιώνια ανάπαυσή τους για να πολεμήσουν στο πλευρό του Βασιλείου της Αράχνης. Ο πόλεμος και οι έχθρες ανάμεσα στους ανθρώπους, λίγο τους ενδιαφέρανε. Είχαν σηκωθεί γιατί η βεβήλωση όσων είχαν χτίσει, όφειλε να τιμωρηθεί.

Περιγραφές δεν υπάρχουν, γιατί όσα τελώνια και Πεδιάνθρωποι πάτησαν το πόδι τους μες στην πόλη εκείνη τη μέρα χάθηκαν, η ύπαρξή τους σβήστηκε. Και η πόλη αυτή γκρεμίστηκε, τα πάντα σωριάστηκαν στη λήθη, ούτε ένας κάτοικος δεν έμεινε ζωντανός.

Και όταν τελείωσαν οι υπηρέτες του Πρίγκιπα το έργο τους και οι άνθρωποι και των δύο παρατάξεων αποφάσισαν να παρατήσουν στην τύχη της την πόλη, οι περισσότεροι επέστρεψαν γαληνεμένοι να αναπαυθούν στους αιώνιους τάφους τους. Ο Πρίγκιπας, όμως παλινορθώθηκε στο θρόνο του και μες στα ερείπια του παλατιού του, ακόμα κάθεται και συλλογιέται, αναπολώντας περασμένα μεγαλεία. Ή έτσι υποστηρίζει ο θρύλος που μεταδίδεται από στόμα βάρδου σε αυτιά εύπιστων.

Και σύμφωνα με τις επικές αφηγήσεις, μερικοί απ’ τους υπηρέτες του Πρίγκιπα, επέλεξαν να παραμείνουν μαζί του στην επιφάνεια και να τριγυρίζουν στους ερειπωμένους δρόμους της πόλης, χωρίς αιτία και σκοπό και νομίζοντας μερικές φορές ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, ότι ο κόσμος των σκιών είναι ο κόσμος των ζωντανών. Στα μάτια τους η πόλη, παρέμεινε ίδια κι απαράλλαχτη με τα μαρμάρινα μνημεία, τα ψηφιδωτά από χαλαζία και τα φλάμπουρα από βελούδο. Ήταν σαν τίποτα να μην την είχε αγγίξει, ούτε καν ο χρόνος.

Συνήθως οι σκιώδεις αυτοί κάτοικοι ακολουθούσαν κατά γράμμα τις εντολές του Πρίγκιπα και δεν εγκατέλειπαν την πόλη- όλοι οι λόγοι για να το κάνουν αυτό είχαν οριστικά εκλείψει. Υπήρχαν, όμως και λιγοστοί που περισσότερο γιατί έχασαν το δρόμο τους και λιγότερο από ανυπακοή, ξέφευγαν από τα όρια των μισογκρεμισμένων τειχών της πόλης και έβγαιναν στα βουνά. Ήταν άνθρωποι που είχαν πεθάνει άδικα και βίαια και οι ψυχές τους περιφέρονταν χαμένες, όχι τόσο για να βρουν λύτρωση, όσο για να παρασύρουν στο δικό τους δρόμο, ζωντανούς ανθρώπους.

Όσοι έχουν γνώση της ανίερης ύπαρξής τους, τούς ονομάζουν Νυχτερινούς Ταξιδιώτες και αποφεύγουν με κάθε τίμημα τη συνάντηση μαζί τους.

Μα και κάποιος άλλος έχει μείνει να τριγυρνάει τα βράδια στους έρημους δρόμους της Δρακοφωλιάς και αυτός ο κάποιος είχε επιστρέψει μετά από πολύ καιρό. Έλειπε στα Νότια, είχε δουλειές και με τους ευγενείς και με τους χωρικούς. Είχε βοηθήσει κόσμο με τον τρόπο του, αλλά δεν περίμενε ανταμοιβή- ένας καλός λόγος κάθε λίγο και λιγάκι του αρκούσε. Το όνομά του πολλοί το είχαν ακούσει και συχνά άκουγε να το χλευάζουν, μα έτσι ήταν ο χαρακτήρας του που δεν τον πολυένοιαζε. Όπως και να είχε, είχε ολοκληρώσει το έργο του στο όνομα του Θεού και στο μυαλό του είχε ωριμάσει η σκέψη να αποτραβηχτεί για μερικές εποχές από τα εγκόσμια.

Με βαριά βήματα τώρα έφτασε στην πόρτα του άλλοτε ναού της Δρακοφωλιάς και έβγαλε κάτω από το ράσο του ένα μεγάλο μπρούτζινο κλειδί...