Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Παρουσίαση στα Γιάννενα- 19 Νοεμβρίου

Τα δύο πρώτα βιβλία του Βασιλείου της Αράχνης παρουσιάζονται στα Γιάννενα, την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου στις 7 μ.μ. στο Συνεδριακό Κέντρο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων (Στοά Σάρκα) σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου.
Ο εκδοτικός μου οίκος και εγώ θα χαρούμε πολύ αν έρθετε για ένα φανταστικό ταξίδι στο Βασίλειο της Αράχνης.
Για τα βιβλία θα μιλήσει ο Σταύρος Ν. Σταύρου, επικοινωνιολόγος-εκπαιδευτικός.
Αποσπάσματα θα διαβάσει η Ιωάννα Γιαννάκη, αρχιτέκτων-τραγουδίστρια και η Ευαγγελία Γιαννάκη, ηθοποιός-σκηνοθέτης.
Προσκλήσεις θα υπάρχουν από την Παρασκευή στο βιβλιοπωλείο και αν θέλετε μπορείτε να αναζητήσετε και το σχετικό event στο facebook:
http://www.facebook.com/event.php?eid=39164009082

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Παρουσίαση στην Τρίπολη- 3 Νοεμβρίου

Ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, ο Φιλοτεχνικός Όμιλος, το βιβλιοπωλείο Ώρα και φυσικά εγώ προσκαλούμε τους ανγνώστες για ένα ταξίδι στη φανταστική λογοτεχνία, στην παρουσίαση των δύο πρώτων βιβλίων του "Βασιλείου της Αράχνης" στην Τρίπολη.
Η παρουσίαση θα γίνει τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, 8 μμ στον Φιλοτεχνικό Όμιλο Τριπόλεως.
Η παρουσία σας θα είναι τιμή και χαρά μας!
Αν θέλετε μπορείτε να αναζητήσετε και το event στο facebook. Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και την πρόσκληση, ενώ θα έχω και την ακριβή ημερομηνία για την παρουσίαση στα Γιάννενα, την οποία υπολογίζω να γίνεται στις 19 ή στις 24 Νοεμβρίου.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Κεφάλαιο 30: Το παραμύθι του Μιχαήλ

Ανεβάζω το τριακοστό κεφάλαιο από το Βασίλειο της Αράχνης. Είναι ένα (σχεδόν) αυτοτελές παραμύθι, που βρίσκεται προς το τέλος του δεύτερου βιβλίου ("Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών"). Όπως θα αποκαλυφθεί αργότερα, η πλοκή του παραμυθιού παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Είναι ουσιαστικά μια ματιά στο παρελθόν, τον πρώτο καιρό που είχε γραφτεί η μαγική περγαμηνή και διάφορες αφανείς δυνάμεις επιβουλεύτηκαν το περιεχόμενό της. Όπως έγραφα και στα εισαγωγικά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου, στην εποχή που διαδραματίζεται η τετραλογία, έχουν αρχίσει να ζωντανεύουν τα παραμύθια και ξεχασμένοι θρύλοι περιδιαβαίνουν στα δάση.
Σε αυτό που θα διαβάσετε δεν περιέχονται παρά ελάχιστα spoilers. Από όσους το διαβάσουν ή το έχουν διαβάσει εκτυπωμένο στα χέρια τους, θα χαρώ να διαβάσω σχόλια, κριτική και παρατηρήσεις.
Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και ένα προσχέδιο από το εισαγωγικό κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30

Το παραμύθι του Μιχαήλ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ για την αποστολή είχε ληφθεί πριν από μερικές μέρες απ’ τον Καστριαίο Σάντι Δίκαιο τον Ε΄. Δίχως άλλο, ο Μπαρταντίν είχε βάλει το χεράκι του στη λήψη αυτής της απόφασης, όμως ο ρόλος του δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρος, όπως και όσα σχετίζονταν εκείνες τις μέρες μαζί του. Σε κάθε περίπτωση, ο Άρχοντας του Ανατολικού Πύργου αποφάσισε να εναποθέσει τις ελπίδες του σε έναν τοπικό, λαϊκό μύθο που ανακάτευε μυστηριώδη πρόσωπα, άγνωστα μέρη και μια περγαμηνή σπουδαίας, απόκρυφης δύναμης.

Κάπου στις χώρες που έχουν από χρόνια σκεπάσει με τη σκιά τους οι Πεδιάνθρωποι, ζούσε ένας άνθρωπος με ικανότητες πάνω απ’ το κανονικό. Λίγοι τον είχαν συναντήσει τις μέρες πριν την εισβολή και ακόμα λιγότεροι είχαν μιλήσει μαζί του, αλλά κανείς απ’ τους ντόπιους δεν αμφισβητούσε την ύπαρξή του, όπως κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των νεράιδων, των λαμιών και των αγίων. Θεωρούνταν σοφός και γνωστικός, ακόμα κι αν δεν ήταν τόσο μεγάλος στην ηλικία, ώστε αυτά τα δύο προτερήματα να θεωρούνται φυσικά. Αλλά και πάλι κανείς δεν ήξερε με ακρίβεια την ηλικία του.

Για κάποιο λόγο, έπειτα από τις πειστικές διαβεβαιώσεις του Μπαρταντίν, ο Άρχοντας της Αδιγχάρα πίστεψε πως αυτός ο σοφός είχε στην κατοχή του, ανάμεσα σε άλλους θησαυρούς και κειμήλια, το τρίτο κομμάτι της περγαμηνής. Και σε όποιον ήξερε να διαβάσει τα σημάδια πάνω στο τρίτο κομμάτι, θα του φανερωνόταν το μέρος στο οποίο παρέμενε αθέατο για χρόνια το τέταρτο και τελευταίο.

Οι παλιές ιστορίες μιλούσαν για έναν κυβικό πύργο από βασάλτη, που ήταν κρυμμένος σε ένα απρόσιτο ξέφωτο του δάσους ανάμεσα στο Δρακοδόντι και την Αδιγχάρα. Κανείς δεν ήξερε πότε είχε δημιουργηθεί ο πύργος και από ποιους, αλλά κάθε ξυλοκόπος και κυνηγός είχε τη δική του θεωρία, κι ας μην τον είχαν δει ούτε από μακριά. Πολλοί, βέβαια, είχαν ισχυριστεί ότι μέσα στην ομίχλη είχαν δει κάτι που έμοιαζε με τον πύργο, αλλά ο μόνος που είχε πάει στο πύργο όπου κρυβόταν ο σοφός ήταν μια γενναία κοπέλα, η Βελόντια από το Χθόνιο. Και αυτό είχε συμβεί μόνο σε ένα λαϊκό παραμύθι…

***

Το Χθόνιο, τον παλιό καιρό, πριν από την εισβολή των Πεδιανθρώπων, ήταν ένα μικρό χωριό στους πρόποδες της Αδιγχάρα. Οι κάτοικοί του καλλιεργούσαν κι εμπορεύονταν στάρι, απ’ το μεγάλο οροπέδιο που ξεκινούσε μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους, ανατολικά της πόλης. Συγκέντρωναν το στάρι στις αποθήκες τους και το χειμώνα τροφοδοτούσαν τη μεγάλη πόλη, που ήταν χτισμένη χίλια πόδια πιο ψηλά. Στα χρόνια που ακολούθησαν τις επιδρομές των Πεδιανθρώπων, το χωριό σταδιακά εγκαταλείφθηκε απ’ τους κατοίκους του, αλλά ποτέ δεν τράβηξε το ενδιαφέρον των εισβολέων, μιας και οι πλαγιές που το χώριζαν απ’ την πόλη ήταν απελπιστικά απόκρημνες.

Τον καιρό του παραμυθιού, το Χθόνιο ήταν ένα εύρωστο χωριό, που δεν είχε σκεπαστεί ακόμα απ’ τη σκιά του πολέμου και ο Μιχαήλ ήταν ένας απλός χωρικός σαν τόσους και τόσους άλλους. Όπως όλοι, είχε ακούσει σε διηγήσεις από τους γηραιότερους πως ένας μυστηριώδης σοφός έκανε την εμφάνισή του στα χωριά της περιοχής, άλλοτε βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη και άλλοτε καταστρέφοντας τους αλαζόνες, αλλά ποτέ του δεν τα είχε πιστέψει αυτά. Ο Μιχαήλ πίστευε ότι κάθε άνθρωπος ορίζει τη μοίρα του και καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορούσε να την κάνει καλύτερη ή χειρότερη.

Η θεοσεβούμενη οικογένειά του είχε ένα μύλο που δούλευε με αέρα το φθινόπωρο και με νερό την άνοιξη και, μιας και ήταν ένας γερός μύλος, είχαν τον τρόπο τους να περνούν χωρίς πολλές στερήσεις, ακόμα κι όταν η βαριά ανάσα του χειμώνα τούς έκλεινε για μήνες στο σπίτι. Ο Μιχαήλ είχε τέσσερις διαλεχτές αδερφές, την Άννα, τη Δήμητρα, τη Ράνια και τη Βελόντια. Η Άννα, η μεγαλύτερη, ήταν εργατική σαν την αράχνη, η Δήμητρα, η επόμενη, ήταν υπομονετική σαν την αράχνη, η Ράνια ήταν λεπτεπίλεπτη σαν τον ιστό της αράχνης και η Βελόντια, η μικρότερη, ήταν πανέμορφη και η πιο έξυπνη απ’ όλες.

Κάποτε, όταν πολύ νερό είχε κυλήσει στο αυλάκι του μύλου και πολύς αέρας είχε φυσήξει στη φτερωτή του, οι γονείς του Μιχαήλ έφυγαν απ’ τη ζωή. Πριν, όμως, ο πατέρας του πεθάνει, φώναξε πάνω απ’ το κρεβάτι του το δακρυσμένο Μιχαήλ και του είπε με την τελευταία πνοή του: «Την ευχή μου να έχεις κι εσύ, Μιχαήλ, πολυαγαπημένε και μονάκριβέ μου, και οι τέσσερις αδερφές σου. Τώρα που κλείνω τα μάτια, αφήνω εσένα να τις προσέχεις στη ζωή, γιε μου, δε θα ’χουν άλλον κανένα στον κόσμο. Ξέρω ότι τις αγαπάς πολύ, αλλά μην τις κρατήσεις κοντά σου περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αν έρθει γαμπρός να τις γυρέψει, και αυτές συμφωνούν, μη διστάσεις να τις παντρέψεις, γιατί αυτό θα είναι το τυχερό τους».

Από εκείνη την πένθιμη μέρα πέρασαν κάμποσοι μήνες και ένα βροχερό βράδυ που ο Μιχαήλ δειπνούσε, όπως συνήθιζε, με τις τέσσερις αδερφές του, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Ο Μιχαήλ σηκώθηκε παραξενεμένος, γιατί η ώρα ήταν περασμένη και ο καιρός κακορίζικος. Πήγε μέχρι την πόρτα και ρώτησε: «Ποιος είναι τέτοια ώρα στο κατώφλι μας;»

Αμέσως, απ’ την άλλη πλευρά, μια βραχνή φωνή απάντησε: «Είμαστε τέσσερις ξένοι έμποροι από μακριά. Μας έπιασε η νεροποντή στο δρόμο μας για την Αδιγχάρα. Αν έχετε την καλοσύνη, άρχοντες, ανοίξτε μας λίγο να ξαποστάσουμε, ώσπου να κοπάσει η μπόρα, και μετά θα κινήσουμε ξανά. Ευλογία η βροχή που πέφτει για τον αγρότη, αλλά κατάρα για τον ταξιδιώτη».

Ο καλόκαρδος Μιχαήλ λυπήθηκε τους ξένους που δέρνονταν απ’ τη βροχή και τους άνοιξε. Αντίκρισε απέναντί του τέσσερα γεροδεμένα, όμορφα παλικάρια, περίπου στην ηλικία του, που φορούσαν μαλακές γούνες γύρω απ’ το λαιμό και είχαν ριγμένα στους ώμους καφετιά, βαριά πανωφόρια. Οι γούνες και τα πανωφόρια τους έσταζαν, αλλά και οι τέσσερις αρνήθηκαν με ευγενικά νεύματα την προσφορά της Άννας να τους απαλλάξει απ’ αυτά.

Ο άντρας που είχε μιλήσει κοίταξε καλά καλά το χώρο και τους αγνώστους γύρω του και αφού ξερόβηξε για να καθαρίσει κάπως τη φωνή του, είπε κάνοντας μια ευγενική υπόκλιση: «Είστε πολύ ευγενικοί όλοι σας. Εμένα με λένε Χαβέζ».

Μετά έδειξε τους συντρόφους του και συνέχισε: «Αυτός είναι ο Βαϊζάν, αυτός ο Αϊλκούν και ο τελευταίος και μικρότερος είναι ο Καντού. Σας ευχαριστούμε απ’ τα βάθη της καρδιάς μας για τη φιλοξενία σας. Αν δε σας πειράζει, θα καθίσουμε κοντά στο τζάκι ώσπου να τελειώσετε το φαγητό σας. Μόλις η βροχή σταματήσει έστω και λίγο, θα σας αδειάσουμε τη γωνιά».

Ο Μιχαήλ απάντησε κι αυτός με μια βαθιά υπόκλιση: «Είμαι ο Μιχαήλ, άρχοντας στο σπίτι μου, και αυτές είναι οι τέσσερις παινεμένες αδερφές μου, η Άννα, η Δήμητρα, η Ράνια και η Βελόντια, η μικρότερη. Όσο εγώ είμαι οικοδεσπότης, θα μείνετε στο σπίτι μου ως φιλοξενούμενοι. Για το βράδυ μη σας νοιάζει, γιατί έχουμε μέρος για να κοιμηθείτε. Τώρα, όμως, ελάτε στο τραπέζι μας γιατί χώρο έχει μπόλικο, η σούπα μας θα περισσέψει και το βαρέλι με την μπίρα έχει αρχίσει να παλιώνει περισσότερο απ’ όσο αξίζει. Όσο η Άννα γεμίζει τις γαβάθες σας, η Δήμητρα φέρνει τα κουτάλια σας και η Ράνια φροντίζει για τις κούπες σας, πιάστε τις θέσεις δίπλα στο τζάκι για να ζεσταθείτε. Αυτός ο παλιόκαιρος δε δείχνει έλεος ούτε σε βασιλιά ούτε σε ζητιάνο».

Οι τέσσερις έμποροι κάθισαν ανακουφισμένοι κοντά στη φωτιά, ενώ η γάτα του σπιτιού που γουργούριζε από ώρα στην αγκαλιά της Βελόντια ξαφνικά γούρλωσε τα κίτρινα μάτια της, οι τρίχες στο σβέρκο της ανασηκώθηκαν και έφυγε τρέχοντας τρομαγμένη προς τα μέσα δωμάτια.

Ο άντρας που είχε πει πως τον έλεγαν Χαβέζ μίλησε στον Μιχαήλ που καθόταν στα αριστερά του: «Μας άνοιξες την πόρτα σου, μας έβαλες στο σπίτι σου, μας προσκάλεσες στο τραπέζι με τις παινεμένες αδερφές σου και μας έβαλες να καθίσουμε στα δεξιά σου. Η ευγένεια και η καλοσύνη σου θα μείνει για πάντα στις καρδιές μας και στη θύμησή μας, Μιχαήλ απ’ το Χθόνιο».

Ο Μιχαήλ τον έπιασε φιλικά απ’ τους ώμους και του είπε σηκώνοντας ψηλά το ποτήρι του: «Τα ονόματά σας μαρτυρούν πως κατάγεστε από μακριά και ίσως δεν έχετε ξαναέρθει στην επαρχία μας. Εμείς εδώ το έχουμε κακό απ’ το Θεό να διώχνουμε ή να κακομεταχειριζόμαστε τους μουσαφίρηδες. Στην υγειά μας, φίλοι μου!» Ο Μιχαήλ, ακουμπώντας την πλούσια γούνα που είχε ο Χαβέζ γύρω απ’ το λαιμό του, ένιωσε παράξενα κι αισθάνθηκε τις τρίχες στο δικό του λαιμό να σηκώνονται, αλλά από ευγένεια δεν είπε τίποτα.

Ο Χαβέζ, αφού κοίταξε τους τρεις συντρόφους του, που φάνηκαν με ένα νεύμα να δίνουν σιωπηλά τη συγκατάθεσή τους, σηκώθηκε όρθιος και είπε: «Εμείς έχουμε ένα έθιμο στον τόπο μας, φυλαγμένο μόνο για ειδικές περιστάσεις. Όταν μια φιλία γεννιέται, πρέπει να το επισφραγίσουμε δυναμώνοντας μια φλόγα».

Μετά έχωσε το χέρι του μέχρι τον ώμο στο πανωφόρι του και έβγαλε ένα χοντρό κομμάτι δέρματος, που στα μάτια του Μιχαήλ είχε το ίδιο χρώμα και το ίδιο σχήμα με τις περγαμηνές που χρησιμοποιούν οι ευγενείς για να γράφουν. Οι υπόλοιποι έμποροι τον μιμήθηκαν κουνώντας ζωηρά το κεφάλι και ο Χαβέζ, αφού πήρε και τα δικά τους κομμάτια, τα πέταξε όλα στο τζάκι. Η φλόγα φούντωσε για μια στιγμή και μια βροχή από σπίθες πετάχτηκαν απ’ τα κούτσουρα που έτριξαν. Ο Χαβέζ παρακολούθησε για λίγο τη φωτιά κι έπειτα επέστρεψε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο τραπέζι.

Κάθισε ξανά δίπλα στον Μιχαήλ και ευδιάθετος του είπε: «Μιχαήλ, ο τόπος μας βρίσκεται σε ένα μακρινό βασίλειο. Για να φτάσεις εκεί, πρέπει να διασχίσεις τέσσερις φορές οχτώ βουνά και σαράντα χώρες έξω απ’ το χάρτη. Χρόνια τώρα ταξιδεύουμε περνώντας από πολλούς τόπους, συναντώντας πολλούς ανθρώπους και πλουτίζοντας με πολλούς τρόπους. Κανείς, όμως, δε μας υποδέχτηκε τόσο ανοιχτόκαρδα όσο εσύ και οι όμορφες αδερφές σου και κανείς δε μας πρόσφερε τόσο αλμυρή σούπα και τόσο γλυκιά μπίρα.

»Για τη ζωή μας, δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι καλύτερο. Θέλεις να μας δώσεις τις αδερφές σου για γυναίκες μας; Ίσως κάνεις οχτώ χρόνια να τις ξαναδείς κι αυτές δεκαέξι για να ξαναδούν τον τόπο τους, μα εκεί όπου θα πάμε θα ζουν ευτυχισμένες, απολαμβάνοντας τις τιμές που πρέπουν μόνο στις τυχερότερες πριγκίπισσες. Κάθε σκέψη τους θα πραγματοποιείται πριν ακόμα την επιθυμήσουν και κάθε επιθυμία τους θα πραγματοποιείται πριν ακόμα τη σκεφτούν».

Ο Μιχαήλ κοίταξε τις αδερφές του, που όλες, εκτός απ’ τη Βελόντια, χαμογέλασαν, έσκυψαν αμήχανα το κεφάλι και σκούντηξαν η μία την άλλη με κόκκινα μάγουλα. Τα ξένα παλικάρια ήταν όμορφα σαν ζωγραφιές, είχαν αρχοντικά ονόματα κι εκείνες από πάντα ήθελαν να ταξιδέψουν μακριά απ’ το χωριό τους και να δουν τα μέρη του κόσμου. Και ποιος δε θέλει;

Ο Μιχαήλ χαμογέλασε κι αυτός πλατιά και είπε υψώνοντας ξανά το ποτήρι του: «Εμείς έχουμε έθιμο να τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας όταν μαζευόμαστε για να γιορτάσουμε ένα χαρμόσυνο γεγονός. Μάλλον ήταν θέλημα Θεού να βρεθείτε εδώ απόψε. Ας γιορτάσουμε, ας πιούμε κι ας γλεντήσουμε, φίλοι μου!»

Καθώς τη σάλα του σπιτιού γέμισαν γέλια και φωνές, η μόνη που παρέμενε σκεφτική ήταν η Βελόντια, η ομορφότερη και η εξυπνότερη απ’ όλες τις αδερφές. Παρατηρώντας καλύτερα τους τέσσερις εμπόρους, είδε πως δεν είχαν αγγίξει ακόμα τα κουτάλια τους και δεν είχαν πιάσει τα ποτήρια τους για να ανταποδώσουν την πρόποση του αδερφού τους. Επίσης, δεν είχε ακούσει ποτέ για τόπο στον οποίο έριχναν αντικείμενα στο τζάκι για να φουντώσουν τη φλόγα κι ούτε καταλάβαινε γιατί, παρά τη ζέστη, οι τέσσερις έμποροι δεν ξεφορτώνονταν τα πανωφόρια τους. Ξαφνικά αισθάνθηκε πως κάτι άσχημο επρόκειτο να συμβεί και η καρδιά της σφίχτηκε: οι τέσσερις ξένοι δεν κουβαλούσαν πράγματα μαζί τους. Δεν μπορεί έμποροι να ταξίδευαν για καιρό χωρίς να κουβαλούν πραμάτεια ή εφόδια μαζί τους.

Το χτύπημα που ακούστηκε τέσσερις φορές στην πόρτα του σπιτιού του Μιχαήλ έκανε τις κοπέλες να αναπηδήσουν στη θέση τους. Οι μουσαφίρηδες κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι μεταξύ τους και πετάχτηκαν αλαφιασμένοι. Απέξω ακούστηκε μια κορακίστικη φωνή να λέει: «Πού κρύβεστε, παιδάκια μου; Δεν ξέρετε ότι, όπου και να φωλιάσετε, εγώ θα σας ξετρυπώσω; Για τόσο αφελή με έχετε; Φύγατε βιαστικά πριν δυναμώσει η βροχή, αλλά φαίνεται πως κατά λάθος πήρατε κάτι που μου ανήκει».

Ο Μιχαήλ πετάχτηκε κι αυτός όρθιος, κοίταξε την πόρτα και μετά προσπάθησε να διακρίνει τις αντιδράσεις στα βλέμματα των φιλοξενούμενών του. Δε μίλησε κι έκανε νόημα στις τέσσερις τρομαγμένες αδερφές του να σωπάσουν κι αυτές και να μην ανακατευτούν. Με αθόρυβες κινήσεις, ο Χαβέζ, ο Βαϊζάν, ο Αϊλκούν και ο Καντού ξεγλίστρησαν απ’ το τραπέζι και παρατάχτηκαν πίσω απ’ την ξύλινη πόρτα, σαν να περίμεναν ότι όποιος κι αν ήταν ο άγνωστος έξω, σύντομα θα εισέβαλλε στο σπίτι. Ο Μιχαήλ κινήθηκε με αβέβαια βήματα προς το τζάκι για να ξεκρεμάσει απ’ τον τοίχο το πλατύ τσεκούρι, που μια ζωή το χρησιμοποιούσε για να κόβει καυσόξυλα.

Μια βαριά ανάσα ακούστηκε από την άλλη πλευρά της πόρτας κι έπειτα ακολούθησαν ακόμα τέσσερα χτυπήματα, κοφτά και ανυπόμονα αυτή τη φορά. Η κορακίστικη φωνή ξαναμίλησε, πιο αυστηρά και πιο απειλητικά: «Τώρα γιατί το κάνετε αυτό; Αφού ανακάλυψα τη φωλιά σας, θα έπρεπε να παραδώσετε αυτό που κλέψατε. Αυτό είναι το σωστό. Όχι;»

Η φωνή δεν περίμενε, φυσικά, απάντηση. Στο επόμενο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων ακούστηκε μια τσιρίδα τόσο διαπεραστική και έντονη, που ο Μιχαήλ κι οι αδερφές του έπεσαν στα γόνατα και έβαλαν τις παλάμες στ’ αφτιά τους για να προστατευτούν. Η ανυπόφορη τσιρίδα συνεχίστηκε και δυνάμωσε, κάνοντας τελικά με μαγικό τρόπο όλα τα γυάλινα αντικείμενα μέσα στο σπίτι να σπάσουν σε χίλια κομμάτια και τινάζοντας την πόρτα απ’ τους μεντεσέδες της με τόση ορμή, σαν να την είχε χτυπήσει η δύναμη εκατό ανέμων!

Στο κάδρο που σχημάτιζε η γυμνή κάσα της πόρτας εμφανίστηκε μια σκιά κι ένα δυνατό ρεύμα αέρα έσβησε κεριά και λυχνάρια στο σπίτι. Τα μακριά, μεταξένια μαλλιά της Βελόντια ανέμισαν και άθελά της άγγιξαν τον Χαβέζ στο μάγουλο. Καθώς ένας φοβερός κεραυνός αυλάκωνε τον ουρανό, ο Χαβέζ λύγισε τα γόνατά του και πήδηξε ψηλά, πιο ψηλά απ’ όσο είχε δει ποτέ ο Μιχαήλ να πηδάει άνθρωπος ή ζωντανό. Πήδηξε τόσο ψηλά που άγγιξε τη στέγη και μέσα σε ένα σύννεφο καπνού το πρόσωπό του παραμορφώθηκε, η μύτη του μάκρυνε, τα νύχια του έγιναν γαμψά και η γούνα γύρω απ’ το λαιμό του μετατράπηκε σε αστραφτερά πούπουλα που κάλυψαν ολόκληρο το σώμα του.

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Μιχαήλ και των αδερφών του, και οι τέσσερις δήθεν έμποροι μεταμορφώθηκαν σε τρομερούς αετούς στο ύψος του ανθρώπου, με ασημένια φτερά και χρυσαφένια ράμφη. Ετοιμάστηκαν να χιμήξουν στο διώκτη τους, άνοιξαν διάπλατα τις φτερούγες τους γεμίζοντας σχεδόν όλο το δωμάτιο και άρχισαν να βγάζουν απειλητικά κρωξίματα, που θα πάγωναν το αίμα ακόμα και του πιο γενναίου ανθρώπου. Όμως ο άγνωστος στην είσοδο του σπιτιού δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί για να φοβηθεί από μια παράσταση. Μέσα στο μισοσκόταδο, η μορφή του ήταν συγκεχυμένη και θολή, σαν να περιβαλλόταν από μια ακαθόριστη ομίχλη. Στα χέρια του άστραψε μια κρυστάλλινη σφαίρα, που ξαφνικά άρχισε να ρουφάει τον αέρα μέσα απ’ το σπίτι.

Όλες οι αναπνοές χάθηκαν στιγμιαία μες στη σφαίρα, ώσπου όποιος δεν ήταν αετός έπεσε στο πάτωμα βήχοντας απεγνωσμένα για λίγο αέρα και νιώθοντας το σώμα του βαρύ, σαν να ζύγιζε χίλιες λίβρες. Μετά, η κρυστάλλινη σφαίρα βρέθηκε να αιωρείται και, αποκτώντας απότομα ταχύτητα, έσπασε στο κέντρο της σάλας σε χίλια κομμάτια, απελευθερώνοντας έναν οργισμένο ανεμοστρόβιλο.

Όσο κι αν πάλεψαν με τις τεράστιες φτερούγες τους, οι τέσσερις αετοί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη δύναμη του τρομερού ανεμοστρόβιλου, που ξήλωσε τη στέγη του σπιτιού του Μιχαήλ και τους παρέσυρε σε ύψη ανυπολόγιστα. Οι πέντε άνθρωποι, ακόμα πεσμένοι στο πάτωμα, δεν είχαν παρασυρθεί απ’ τον ανεμοστρόβιλο, αλλά ήταν ζαλισμένοι και δεν μπορούσαν να κουνήσουν τα μέλη τους. Με όσο φως έβγαινε απ’ τα κάρβουνα που μισόκαιγαν στο τζάκι, είδαν τρομαγμένοι την οροφή να επιστρέφει απ’ τον ουρανό με ορμή και από ένστικτο κάλυψαν το κεφάλι τους για να μην τους πλακώσει.

Η στέγη, όμως, κάθισε και πάλι στους τοίχους του σπιτιού απαλά, χωρίς καν να ακουστεί το παραμικρό τρίξιμο. Η πόρτα που κειτόταν στο πάτωμα διαλυμένη άρχισε να ξαναφτιάχνεται μόνη της, σαν εκατό αόρατοι νάνοι να την επισκεύαζαν, σηκώθηκε και ταίριαξε πάλι στην κάσα, κλείνοντας απαλά. Ο άγνωστος είχε εξαφανιστεί και παντού απλώθηκε μια ανατριχιαστική ησυχία.

Όλα τα έπιπλα μέσα στο σπίτι είχαν ανοίξει στα δύο, όλα τα σκεύη είχαν σπαρθεί θρυμματισμένα στο πάτωμα και όλα τα ρούχα είχαν ξηλωθεί κλωστή προς κλωστή. Όμως ο Μιχαήλ και οι τέσσερις αδερφές του από θαύμα είχαν μείνει ανέγγιχτοι, σαν ο ανεμοστρόβιλος να είχε διαταχτεί να μην αγγίξει ούτε μία τρίχα απ’ τα μαλλιά τους. Σηκώθηκαν επιφυλακτικά και αντάλλαξαν μεταξύ τους αμήχανα βλέμματα, χωρίς να είναι ικανοί να προφέρουν ούτε λέξη. Οι κοπέλες αναστέναξαν για τα παλικάρια που μεταμορφώθηκαν και χάθηκαν και άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματα από το πάτωμα. Ο Μιχαήλ, όμως, κοίταξε με περιέργεια το μοναδικό αντικείμενο που είχε παραμείνει ανέπαφο στη θέση του σε όλο το σπίτι: το τσεκούρι του πάνω απ’ το τζάκι.

Καθώς πλησίασε και έχοντας λίγο φως απ’ τη φωτιά που η Άννα πάλευε να ξανανάψει, είδε απορημένος πάνω στη λαβή του χαραγμένες μερικές λέξεις, που δεν υπήρχαν πριν. Πήρε το τσεκούρι στα χέρια του, το ύψωσε για να βλέπει καλύτερα και ανυποψίαστος διάβασε δυνατά: «Ας είμαι εγώ η λόγχη της δικαιοσύνης που θα τρυπήσει τους εχθρούς μου και τους ασεβείς και όσους τους προσφέρουν καταφύγιο απ’ την οργή μου».

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του κι ένας πάταγος ακούστηκε και απλώθηκε για δεκάδες μίλια γύρω στην περιοχή. Μια λάμψη τρύπησε τη στέγη σε χίλιες μεριές, πλημμύρισε το χώρο κι ένας κεραυνός που τον τράβηξε το τσεκούρι σκότωσε τον Μιχαήλ ακαριαία…

Μέχρι το επόμενο πρωί, οι αδερφές του θρήνησαν πάνω απ’ το άψυχο κορμί του, ενώ οι στάλες της βροχής τις έλουζαν και οι γείτονες βουβοί παρακολουθούσαν το τραγικό μοιρολόι. Και όταν τα δάκρυα στέγνωσαν κι ο πόνος μαλάκωσε κάπως, η Δήμητρα τις σήκωσε και είπε να μαζέψουν όσα απ’ τα υπάρχοντά τους είχαν παραμείνει ανέπαφα.

Καθώς έψαχνε ανάμεσα σε συντρίμμια και χαλάσματα, η Ράνια έκανε μια απρόσμενη ανακάλυψη. Απ’ τις ζεστές ακόμα στάχτες στο τζάκι ξεχώριζε η άκρη ενός κομματιού δέρματος. Ανακατεύοντάς τες με ένα σίδερο, διαπίστωσε ότι και τα τέσσερα κομμάτια δέρμα που είχε πετάξει μέσα στις φλόγες ο Χαβέζ παρέμεναν ανέπαφα, σαν η φωτιά να μην τα είχε αγκαλιάσει.

Η Βελόντια πήρε στα χέρια της τις περγαμηνές και διάβασε για ώρα όσα είχαν γραμμένα πάνω τους. Μετά εξήγησε στις αδερφές της ότι, αν κάποιος διάβαζε τα σημάδια πάνω στις γραφές με ένα συγκεκριμένο τρόπο, θα μπορούσε να φτάσει σε ένα μέρος μακρινό και μυστικό, εκεί όπου ζούσε αυτός στον οποίο ανήκε κάθε κομμάτι.

Η Δήμητρα πρότεινε να μοιράσουν τα κομμάτια με κλήρο και κάθε αδερφή να ψάξει να βρει τον αετό της· αυτοί δεν τις είχαν ζητήσει για γυναίκες τους; Δεν μπορεί παρά να είχαν επιζήσει απ’ τον ανεμοστρόβιλο, τόσο δυνατοί και σπουδαίοι πρίγκιπες. Και δεν μπορεί παρά να τηρούσαν τις υποσχέσεις τους, τόσο ευγενικά και όμορφα παλικάρια.

Τίποτα δεν είχε απομείνει στο Χθόνιο για τις τέσσερις αδερφές, παρά τα συντρίμμια του σπιτιού και του μύλου τους. Μοίρασαν τα κομμάτια της περγαμηνής, τους λιγοστούς θησαυρούς τους και υποσχέθηκαν έπειτα από χρόνια να ξανασυναντηθούν στο ίδιο σημείο, για να αφηγηθούν η μία στην άλλη τις περιπέτειές τους.

Το τι απέγιναν οι τέσσερις αδερφές, εκτός απ’ τη Βελόντια, δεν είναι ξεκάθαρο. Μπορεί να το περιγράφουν άλλα παραμύθια, που η θέση τους δεν είναι εδώ. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχαν το κοφτερό μυαλό της για να ακολουθήσουν σωστά τα σημάδια κι έτσι μάλλον δε θα μπόρεσαν να φτάσουν στους αετούς τους, αν πράγματι αυτοί ζούσαν ακόμα και αν πράγματι οι μοίρες τους συνδέονταν με τις περγαμηνές. Ίσως και να έζησαν φυσιολογική ζωή σε κάποιο διπλανό χωριό ή να χάθηκαν στα ατέλειωτα δάση των βουνών.

Η Βελόντια, όμως, που της είχε τύχει η τρίτη περγαμηνή, τη μελέτησε προσεκτικά. Για τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες βάδιζε χωρίς να κοιτάζει το δρόμο που πατούσε. Τα μάτια της δεν ξεκολλούσαν απ’ την παράξενη γραφή και η σκέψη της είχε χαθεί ανάμεσα σε υποθέσεις, λαβυρίνθους, γρίφους και συμβολισμούς.

Όταν, τελικά, ύψωσε το βλέμμα και κοίταξε γύρω της, είδε ότι είχε φτάσει σε ένα ξέφωτο και μπροστά της, μέσα από πυκνή ομίχλη, ξεπρόβαλλε ένας πέτρινος, κυβικός, σκουρόχρωμος πύργος. Η Βελόντια στην αρχή τρόμαξε και θέλησε να τρέξει μακριά, αλλά τα πόδια της δεν την υπάκουαν πια.

Τότε τα πέπλα της ομίχλης παραμέρισαν για μια στιγμή και εμφανίστηκε ένας λευκοντυμένος άνθρωπος. Την κοίταξε με συμπάθεια και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της. «Τα λόγια σε έφεραν μέχρι εδώ. Ας παραδώσεις τώρα αυτό που μου ανήκει, για να απολαύσεις τις τιμές που πρέπουν μόνο στις τυχερότερες πριγκίπισσες. Κάθε σκέψη σου θα πραγματοποιείται πριν ακόμα την επιθυμήσεις και κάθε επιθυμία σου θα πραγματοποιείται πριν ακόμα τη σκεφτείς…»

***

Άνθρωπος ή όχι, αυτός ήταν ο σοφός που μπορούσε να λύσει κάθε αίνιγμα και να εξηγήσει κάθε γρίφο σύμφωνα με τους θρύλους. Κάποτε είχε στην κατοχή του τέσσερα κομμάτια από μια περγαμηνή, αλλά του είχε απομείνει μόνο το ένα. Τα υπόλοιπα τρία τα είχε ανταλλάξει για μια όμορφη κι έξυπνη γυναίκα.

Αυτός ο σοφός, που η Αράχνη θα προσπαθούσε να φτάσει με μια τόσο απελπισμένη έξοδο, απλώνοντας ένα απ’ τα πόδια της, ήταν περισσότερο γνωστός στα παραμύθια και τις αφηγήσεις ως Παλαβός Αλχημιστής…