Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Κεφάλαιο 36: Πέρα από τον κόσμο των Ορατών (προδημοσίευση από το τρίτο βιβλίο)

Είναι το 36ο κεφάλαιο του "Βασιλείου της Αράχνης", βρίσκεται σχεδόν στην αρχή του τρίτου βιβλίου και περιέχει από ελάχιστα ως καθόλου spoiler για την πλοκή. Στο τρίτο βιβλίο έχω αλλάξει ξανά πλεύση κατά κάποιον τρόπο, κάτι που είναι εμφανές εδώ. Ενώ η "Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες" είχε χαρακτήρα παραμυθιού και το "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών" ήταν ψευδοιστορικό μυθιστόρημα, τώρα στο "Τέχνασμα Δεμένο με άλλο Τέχνασμα" (προσωρινός τίτλος) ξεδιπλώνω τη μυθολογία του κόσμου και των αόρατων δυνάμεων που τον κυβερνούν. Ουσιαστικά το έχω κάνει να μοιάζει περισσότερο με saga. Ουσιαστικά βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την αλλαγή εποχής, ορισμένες δυνάμεις θα καταποντιστούν και άλλες θα αναδυθούν για να τις αντικαταστήσουν.
Ελπίζω να σας αρέσει- δεν είναι διορθωμένο 100%.
Παρατηρήσεις, προτάσεις και κριτική είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτες!
(Τα πνευματικά δικαιώματα για το κείμενο που ακολουθεί, ανήκουν στον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη)



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36: Πέρα από τον κόσμο των ορατών

Εκατόν είκοσι εφτά χρόνια πριν από σήμερα, το έτος 1000 από κτήσεως του βασιλείου

Mερικές μέρες ξημερώνουν πιο σκοτεινές από κάποιες άλλες. Εκείνος το αισθάνεται από την πρώτη στιγμή που ανοίγει τα μάτια, από την πρώτη ανάσα που επιστρέφει μέσα του, από την πρώτη σκιά που ρίχνει το σώμα του. Σαν αυτές ήταν κι εκείνη η ημέρα.

Όταν ο ήλιος ανέτειλε, ο Ιππότης γονάτισε στο χώμα για την αρχετυπική προσευχή του και μόλις έφτασε στο τέλος, σχημάτισε ένα σύμβολο στον αέρα και σηκώθηκε όρθιος, τινάζοντας τις σκόνες από τα γόνατα και τις παλάμες του. Για όση ώρα απήγγειλε μέσα του τις τέσσερις στροφές των οχτώ στίχων και των εξήντα τεσσάρων συλλαβών, είχε απομονωθεί από το περιβάλλον, αισθανόμενος ακόμα εντονότερα τη διττή μορφή της υπόστασής του. Υπήρχε και δεν υπήρχε.

Πήρε βαθιά ανάσα. Τίποτε δεν φούσκωνε τα πνευμόνια του με μεγαλύτερη ικανοποίηση απ’ το να βοηθάει τους αδύναμους γύρω του να μην υποφέρουν, τους πληγωμένους να μην πονάνε και τους αδικημένους να μην μένουν απροστάτευτοι. Αλλά και τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο απ’ αυτό, γιατί πάντα το ιερό καθήκον του ήταν συνυφασμένο με οδύνη ανείπωτη και εμπεριείχε την τιμωρία των παραβατών, των αλαζόνων και των υβριστών. Τιμωρία δίκαιη, αλλά και σκληρή και βίαια στη μορφή που είχε οριστεί να την εκτελεί.

Ο Ιππότης πολλές φορές αναρωτιόταν αν πράγματι έχει νόημα η αποστολή του ή αν ό,τι κι αν κάνει δεν θα μεταβάλει σε τίποτε τη βαθύτερη δομή του κόσμου. Το έγκλημα θα συνεχίσει να υπάρχει, το ίδιο κι η αδικία, η υστεροβουλία, η μνησικακία κι ο φθόνος. Και τότε τι απομένει για να τραφούν τα συναισθήματά του; Η ευχαρίστηση ότι σύνδραμε αυτούς που δεν θα το αναγνωρίσουν; Η ικανοποίηση ότι παρέμεινε πιστός στους νόμους που του επέβαλαν; Ή μήπως ότι συντέλεσε στο να περιοριστεί η ελεύθερη βούληση των εχθρών του;

Έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα βλέφαρά του. Προσπάθησε απεγνωσμένα ν’ αποδιώξει τις βλάσφημες σκέψεις που στοίχειωναν και βασάνιζαν κάθε σκοτεινό ξημέρωμα το μυαλό του. Όσο κι αν ταλανιζόταν το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε κι ούτε θα έβρισκε περισσότερη δικαιολόγηση για τις πράξεις του. Έτσι θα γινόταν γιατί έτσι ήταν γραφτό. Ποιος ήταν αυτός για να αμφισβητήσει τις επιταγές της ανώτερης δύναμης;

Φόρεσε τις άφθαρτες μπότες του, έδεσε τη ζώνη που είχε ξετυλίξει απ’ το λαιμό ενός τίμιου ανθρώπου και έσφιξε μέχρι να πονέσει τα λουριά του ασημένιου θώρακα στο στήθος του. Με αργές, τελετουργικές κινήσεις, έζωσε ένα διακοσμημένο με πετράδια εγχειρίδιο στη μέση και κρέμασε στην πλάτη του τη φαρέτρα με τα μαγικά βέλη, το τόξο και το κυρτό σπαθί. Συγκεντρώθηκε και άρχισε να μαζεύει ενέργεια από τον αέρα γύρω του, ενώ στ’ αυτιά του έφτανε η ηχώ λησμονημένων γεγονότων, θαμμένων από χρόνια στο τραχύ χώμα.

Όταν αισθάνθηκε έτοιμος και ολοκληρωμένος, άδειασε το βλέμμα του απ’ τις παράξενες εικόνες και κοίταξε αποφασιστικά ένα στριμωγμένο στα βουνά οροπέδιο που ανοιγόταν κάτω απ’ τα πόδια του. Θυμήθηκε ότι αυτοί που κατοικούσαν εκεί ονόμαζαν τη γη τους «Νότια» και το σημείο όπου στεκόταν αυτός «Βόρεια».

Ανάμεσα σε τακτοποιημένες καλλιέργειες, σπαρτά, μποστάνια και δέντρα, φύτρωναν μερικά σπίτια και ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα μεγαλύτερο, που είχε πιο μυτερή σκεπή και έμοιαζε με γονατισμένο άνθρωπο που προσεύχεται. Σ’ έναν πλαϊνό του τοίχο στηριζόταν ένας πέτρινος, ψιλόλιγνος πύργος χωρίς παράθυρα μήτε πολλές διακοσμήσεις, σαν κουμπωμένος στον εαυτό του ξερακιανός κύρης. Μικροσκοπικές φιγούρες ανθρώπων στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες το μεγάλο κτίριο, ενώ πρώτα φάνηκε κι έπειτα από λίγο ακούστηκε μία μεγάλη σιδερένια καμπάνα να μετακινείται αργά στο ψηλότερο σημείο του πύργου.

Είχε πια σημάνει η ώρα. Με κάθε χτύπο της καμπάνας, ο Ιππότης έκανε αποφασιστικά βήματα και κατηφόριζε προς το χωριό, που στο μέλλον θα ονομαζόταν Φονοθόνοφ. Για μία ακόμα φορά είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον εαυτό του και να συνάψει μια επίπλαστη ειρήνη μαζί του. Γνώριζε ότι έπρεπε να πεθάνουν όλοι εκεί που πήγαινε και έπρεπε να πεθάνουν από τα χέρια του.

***

Ο Ιππότης έφτασε στα πρώτα σπίτια κι έμεινε κρυμμένος ώσπου ο ήλιος να χαμηλώσει και ν’ αγκαλιάσει τις βουνοκορφές στα δυτικά. Τουλάχιστον έτσι θα ήταν, γιατί τον έκρυβαν τα θυμωμένα, μουντόχρωμα σύννεφα που είχαν ακολουθήσει τον Ιππότη κατηφορίζοντας την πλαγιά μαζί του. Στηριζόταν στη διαίσθησή του για να καταλάβει την ώρα της ημέρας, γιατί μερικές φορές τα μάτια του μπερδεύονταν και έβλεπαν μέρα εκεί όπου υπήρχε νύχτα και νύχτα εκεί όπου υπήρχε μέρα. Έδεσε αποφασιστικά τις γροθιές μου και κλείνοντας ξανά σφιχτά τα μάτια, ζήτησε συγχώρεση με λόγια που ταίριαζαν σε εκλιπάρηση. Δεν υπήρχε επιστροφή.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί στην εκκλησία θα έμενε μέσα όλη τη νύχτα. Σ’ όλη την επαρχία, γιορταζόταν η νίκη ενός τοπικού ήρωα ενάντια στο φοβερό και τρομερό Δράκο, που σκότωνε θεοσεβούμενους, απήγαγε παρθένες και διαγούμιζε μονές. Ο Δράκος ήταν άτρωτος γιατί δεν κοιμόταν ποτέ και όταν νύχτωνε έβαζε στα μάτια του ένα ζευγάρι φεγγοβόλα σμαράγδια, για να βλέπει στο απόλυτο σκοτάδι. Η χώρα ολάκερη δεν ησύχαζε όσο ο Δράκος την απειλούσε με την ανάσα του.

Για να τον νικήσει ο ήρωας, ανέβηκε στο φαλακρό βουνό ψηλά και υποσχέθηκε στη Σελήνη ότι οι άνθρωποι θα τη λατρεύουν σαν θεά της νύχτας, με αντάλλαγμα να αψηφήσει μια φορά τον ήλιο και να τον σκεπάσει για λίγο. Αφού την έπεισε, πήγε μακριά στο τέλος του κόσμου, στα βουνά της Ανατολής και ζήτησε απ’ τον Ήλιο το πρωί που έβγαινε, να του γεμίσει ένα μπουκάλι με φως. Σε αντάλλαγμα θα φρόντιζε όλοι οι Άρχοντες από εκείνη τη μέρα και μετά να φορούν στα πορτρέτα τους ένα φωτεινό στεφάνι από χρυσόχρωμα στο κεφάλι τους.

Έτσι και έγινε. Ενώ ο Ήλιος ήταν στο απόγειό του, η Σελήνη εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έκρυψε. Ο Δράκος που πλιατσικολογούσε ένα χωριό, μπερδεύτηκε, νόμιζε ότι είχε έρθει η νύχτα και φόρεσε βιαστικά τα σμαράγδια στα μάτια του. Τότε εμφανίστηκε ο ήρωας και άνοιξε το μπουκάλι με το φως της αυγής, τυφλώνοντας το Δράκο. Την επόμενη κιόλας στιγμή το σπαθί του διαπέρασε πέρα ως πέρα τις φολίδες του τέρατος, απελευθερώνοντας τους ανθρώπους απ’ την τυραννία. Για εκείνη τη γιορτή οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στο ναό, χωρίς όμως να υποψιάζονται το τέλος τους που πλησίαζε…

Όταν ο Ιππότης είδε και τον τελευταίο κάτοικο του χωριού να διαβαίνει ευλαβικά το ιερό κατώφλι, σκαρφάλωσε σ’ έναν αχυρώνα και από εκεί πήδηξε στη στέγη του ναού. Καθώς οι πρώτες σταγόνες της βροχής άρχισαν να θολώνουν το φθινοπωρινό τοπίο, οι φωνές των πιστών ενώθηκαν σε ύμνους και ψαλμωδίες. Οι αισθήσεις του Ιππότη οξύνθηκαν και πλημμύρισαν με τη μυρωδιά του χώματος. Πήρε βαθιά ανάσα και άφησε να χυθεί μέσα του μια αμυδρή γεύση του πραγματικού κόσμου, που είχε εγκαταλείψει πριν χρόνο αμέτρητο. Συλλογίστηκε όσα βάραιναν τις σκέψεις του και αναρωτήθηκε αν το ρυάκι στα μάγουλά του προερχόταν απ’ τον ουρανό ή απ’ τα δάκρυά του. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο χώρο και στα μάτια του ζωγραφίστηκαν ξανά εικόνες του παρελθόντος…

***

Πίσω από την εκκλησία του χωριού, από παλιά υπήρχε μία τρύπα. Η τρύπα δεν ήταν πολύ βαθιά, ούτε πολύ απότομη και οι κάτοικοι δεν θυμόνταν ποιος την είχε σκάψει και γιατί. Ήταν απλά μια τρύπα. Ένα βράδυ πριν λίγο καιρό, οι οικογένειες που έμεναν κοντά στην εκκλησία ξύπνησαν από στριγκλιές και βογκητά που ξεπηδούσαν απ’ την τρύπα. Σύντομα διαπίστωσαν ότι έβγαιναν απ’ το στόμα ενός ανθρώπου, που είχε πέσει μέσα στην τρύπα- φως φανάρι ενός ξενομερίτη, αφού όλοι στο χωριό γνώριζαν για την επικίνδυνη τρύπα και φρόντιζαν να την αποφεύγουν.

Πράγματι μια νεαρή κοπέλα που περιδιάβαζε την περιοχή, είχε πέσει στην τρύπα, είχε τσακίσει το πόδι της και δεν μπορούσε να βγει χωρίς βοήθεια. Ονομαζόταν Δήμητρα από το Χθόνιο και πρόσφατα είχε χάσει τον αδερφό της Μιχαήλ απ’ το χτύπημα ενός κεραυνού. Αυτή και οι άλλες τρεις αδερφές της, μοιράστηκαν τα υπάρχοντά τους και χωρίστηκαν για ν’ αναζητήσουν την τύχη τους.

Κόσμος μαζεύτηκε σε έναν κύκλο γύρω απ’ το χείλος της τρύπας, με τις κάπες πρόχειρα ριγμένες στους ώμους τους. Στην αρχή πρότειναν να ρίξουν ένα σκοινί στην ξένη για να πιαστεί, αλλά κάποιος πετάχτηκε και είπε ότι δεν είχαν πολύ σκοινί στο χωριό και ότι θα μπορούσε να σπάσει ενώ την τραβούσαν. Τότε και η ξένη θα έμενε μέσα και το σκοινί θα αχρηστευόταν. Μία γυναίκα είπε να ρίξουν μία σκάλα στην τρύπα, όμως και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε αφού ο ξυλουργός του χωριού είπε ότι οι σκάλες είναι πιο βαριές απ’ όσο φαίνονται και δύσκολα κουμαντάρονται. Μπορεί καθώς τη ρίχνανε να χτύπαγε την κοπέλα κάνοντάς της ακόμα μεγαλύτερη ζημιά. Δεν ήταν αστεία ζητήματα αυτά.

Τότε βγήκε μπροστά ένας γενναίος νέος και προσφέρθηκε να κατεβεί με αυτοθυσία στην τρύπα και να σύρει την τραυματισμένη κοπέλα πάνω. Έθεσε, όμως σαν προϋπόθεση να λάβει κάποιου είδους αμοιβή ώστε να καθησυχαστεί η ζήλια της αρραβωνιαστικιάς του, που θα τον έβλεπε στα χέρια μιας ξένης. Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια η Δήμητρα, πέταξε στην επιφάνεια το δισάκι της, στο οποίο ανάμεσα σε λίγα φιορίνια, κουρέλια, κλωστές και ξέφτια έκρυβε ένα παράξενο κομμάτι περγαμηνής.

Τότε, όμως που η λύση είχε βρεθεί, βγήκε μπροστά και διαφώνησε ο νεκροθάφτης του χωριού, λέγοντας σαν ειδικός ότι αν δύο άτομα προσπαθούσαν ν’ ανέβουν, τα τοιχώματα της τρύπας θα κατέρρεαν και θα τους καταπλάκωναν σαν τάφος. Κράτησε τα φιορίνια και την περγαμηνή σαν πληρωμή για τη σωτήρια συμβουλή του και τράβηξε για τις δουλειές του, αφού ευχήθηκε σε όλους καλή νύχτα.

Ενώ η συζήτηση προχωρούσε σε μάκρος, ο δήμαρχος πήρε το λόγο και ζήτησε να λάβουν άμεσα μέτρα, γιατί η τρύπα είχε μείνει πολύ καιρό ακάλυπτη και θα μπορούσε ακόμα κι ένας ντόπιος να ξεστρατίσει και ν’ ακολουθήσει την κακορίζικη τύχη της κοπέλας. Όλοι οι κάτοικοι κατένευσαν, είδαν το δίκιο στα λόγια του δημάρχου, που ήξερε πολλά και ήταν και γραμματιζούμενος και έτρεξαν στα σπίτια τους να φέρουν φτυάρια, αξίνες και τσάπες.

Αυτή η ιστορία θα τελείωνε σιωπηλά αν η Δήμητρα μες στην τρομάρα της δεν θυμόταν μία κατάρα, που είχε ακούσει απ’ τους ζητιάνους. Οι διακονιάρηδες έχουν την παράξενη δύναμη να καταριούνται όσους δεν τους δίνουν ελεημοσύνη κοντά σε ναούς. Η κατάρα μετά από λίγο ξεθυμαίνει, αν όμως κάποιος μαζεύει συνέχεια τέτοιες κατάρες, τότε στο τέλος τον βρίσκει μεγάλο κακό. Πολλοί έχουν χαθεί έτσι χωρίς να το ξέρουν.

Η Δήμητρα δεν ήξερε αν τα λόγια πιάνουν, αλλά έτσι όπως ήταν απελπισμένη κι ενώ οι πρώτες φτυαριές έπεφταν στο κεφάλι της, με τις τελευταίες της ανάσες έπλεξε με ξόρκια βαριά, κατάρα για τους κατοίκους του χωριού, κατάρα που κανείς πρέπει να προσέχει πριν ξεστομίσει, γιατί θα προσελκύσει την προσοχή αόρατων πνευμάτων.

Ίσως οι κάτοικοι του χωριού ποτέ δεν έδιναν ελεημοσύνη και ίσως ποτέ δεν βοηθούσαν τους συνανθρώπους τους. Ίσως ο καιρός που είχε το κομμάτι της περγαμηνής στα χέρια της, να είχε προικίσει τη Δήμητρα με δυνάμεις, που δεν μπορώ να κατανοήσω σύμφωνα με όσα γνωρίζω. Το σίγουρο, όμως είναι ότι η κατάρα της έπιασε τόπο και δεν θ’ αργούσε να εκπληρωθεί. Και ο Ιππότης ήταν το μέσο αυτής.

***

Έσφιξε τα δόντια και προσέχοντας να μην παρασυρθεί απ’ την κλίση της σκεπής, έφτασε στο σημείο όπου ο πύργος του καμπαναριού έγερνε κι ακουμπούσε σαν για να ξεκουραστεί στον τοίχο του ναού. Χωρίς να δίνει σημασία στη βροχή που αντάριαζε και δυνάμωνε, άνοιξε προσεκτικά τη δερμάτινη θήκη όπου φύλαγε το τεχνούργημα με το οποίο τον είχε εξοπλίσει η Ανώτερη Δύναμη.

Ήταν ένα γεωμετρικό όργανο, με μια μεταλλική καμπύλη, η οποία μετακινούνταν παράλληλα σ’ έναν πολύπλοκο σκελετό σφαίρας. Όλος αυτός ο μηχανισμός ήταν φτιαγμένος με ασύλληπτη δεξιοτεχνία, χωρούσε στην παλάμη ενός χεριού και έκρυβε πολλές μαγικές ιδιότητες. Σε μία πέτρινη γλώσσα, εξήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, την πρώτη μέρα του πολέμου, θα το χρησιμοποιούσαν για να μετρήσουν τα βήματά τους ως το χαμό. Ο Ιππότης το χρησιμοποιούσε για να σκορπίζει όλεθρο μέσα απ’ τις θύελλες.

Ένωσε τη ματιά του με τα σύννεφα που έκρυβαν τον ουρανό και ζήτησε ειλικρινή συγχώρεση για μία ακόμη φορά. Πρώτα και κύρια για την απεριόριστη εξουσία που του είχε δοθεί και στη συνέχεια για τους δίκαιους, που αναγκαζόταν να εξοντώνει μαζί με τους άδικους. Είχε επίγνωση ότι όσο δύσκολο είναι κάποιος να κατανοήσει τις πράξεις του, άλλο τόσο δύσκολο είναι να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του την ώρα της τελικής κρίσης. Μα έπρεπε να συνεχίσει.

Ακριβώς τη στιγμή που συγκεντρωμένος ενεργοποιούσε το τεχνούργημα, άκουσε απ’ την αντίθετη πλευρά της σκεπής το θόρυβο ενός κεραμιδιού που γλίστραγε κι έπεφτε στο πλακόστρωτο. Σχεδόν ταυτόχρονα ένας κοντινός κεραυνός έσκισε την ατμόσφαιρα και κάλυψε τον κρότο του σπασίματος. Ο Ιππότης θυμήθηκε τις πρώτες φράσεις που είχε ενστερνιστεί ασπαζόμενος την ύπαρξη του Δημιουργού: «Τίποτα δεν δημιουργείται τυχαία κι ούτε μένει κρυφό απ’ τη μοίρα. Τα πάντα έχουν σκοπό που εκπληρώνεται.»

Τόσο γρήγορα όσο η λάμψη της αστραπής που τρέχει πριν το μακρινό μπουμπουνητό, ο Ιππότης τράβηξε το σκαλισμένο με ιερά σύμβολα εγχειρίδιό του. Όσες χιλιάδες φορές κι αν διάβαζε τα ρουνικά, οι λέξεις δεν άλλαζαν θέση, ούτε νόημα. Δεν είχε καταλήξει αν όντως κρύβονταν προστατευτικές ευχές ανάμεσα στα περίτεχνα σχέδιά ή ήταν η πίστη που καθοδηγούσε με πρόνοια τις πράξεις του. Όπως και να ‘χε τον είχε βοηθήσει απέναντι στο κακό και έλπιζε ότι θα τον βοηθούσε και τώρα. Ο εχθρός είχε φτάσει.

Γρήγορο κι ευκίνητο σαν αίλουρος, μέσα από τις στάλες της βροχής και ανάμεσα σ’ ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, εμφανίστηκε μπροστά του εκείνο το απαίσιο πλάσμα, ο αγγελιοφόρος του Κάτω Βασιλείου, το βδελυρό τέρας Σάμκα. Αφού δεν μπόρεσε να τον αιφνιδιάσει με το τίναγμα των γαμψών του νυχιών, προσπάθησε να τον καρφώσει με τις αγκαθωτές ουρές του, που έσκισαν τον αέρα σαν μαστίγια. Ο Ιππότης έσκυψε για να τις αποφύγει και ένιωσε το άγγιγμα του φόβου να διασχίζει τη ραχοκοκαλιά του.

Είχε μόνο μία στιγμή για να μελετήσει τα χαρακτηριστικά του παραμορφωμένου απ’ την κακία προσώπου του υποχθόνιου πλάσματος, αλλά δεν χρειαζόταν περισσότερο. Αυτή δεν ήταν η πρώτη τους συνάντηση.

Ο Σάμκα έβγαλε τη γλώσσα του κοροϊδευτικά στη θέα του εγχειριδίου, αλλά ο Ιππότης ήταν σίγουρος ότι το φοβόταν περισσότερο κι από δέκα τσεκούρια τίμιων δημίων. Το τέρας έκανε μερικά πλαϊνά βήματα για να κερδίσει χώρο και συσπείρωσε τα πόδια του για να ξαναεπιτεθεί. Ο Ιππότης υπολόγισε ότι αν παραμέριζε για να το αποφύγει, υπήρχε ο κίνδυνος να χάσει την ισορροπία του και να κουτρουβαλήσει στη στέγη. Το ίδιο κι αν ο Σάμκα πηδούσε πάνω του με ορμή.

Ο Ιππότης τύλιξε το χοντρό του μανδύα γύρω απ’ το χέρι για να προστατεύεται απ’ τα τσιμπήματα των ουρών, καμπούριασε και στύλωσε τα πόδια του στη στέγη. Το πλάσμα ήταν ελαφρύτερό του και θα χρειαζόταν μεγάλη δύναμη για να τον αναποδογυρίσει όπως σχεδίαζε. Ο Σάμκα ξαφνικά εκτινάχθηκε, ενώ ταυτόχρονα έφερνε τη μεγαλύτερη ουρά του απ’ τη δεξιά πλευρά του Ιππότη, που νόμιζε ακάλυπτη. Έπεσε πάνω του με όλο του το βάρος και παρότι το χτύπημα της ουράς πνίγηκε στο μανδύα, ο Ιππότης ένιωσε τα ρυπαρά νύχια του πλάσματος να του γδέρνουν λαιμό και πρόσωπο.

Προσπάθησε να κρατηθεί όρθιος, αλλά με το πλάσμα γαντζωμένο πάνω του ήταν μάταιο. Έγιναν ένα κουβάρι και άρχισαν να κατρακυλάνε με θόρυβο στην σκεπή, παρασέρνοντας μαζί τους κι ένα σωρό κεραμίδια. Γύρω τους ο αέρας άρχισε να στροβιλίζεται σε σατανικό ρυθμό απολύοντας και διαλύοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του.

Καθώς πάλευαν, το εγχειρίδιο του Ιππότη έφυγε απ’ τα χέρια του, το ίδιο το ασημένιο σπαθί και όλα τα μαγικά βέλη. Μέσα στην αγωνία του συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να νικήσει, γιατί ο Σάμκα δεν γνώριζε τι θα πει ήττα. Ο Ιππότης συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του απέμεναν και τον κλώτσησε δυνατά στην κοιλιά, στέλνοντάς τον να τιναχτεί μερικά πόδια ψηλά στον αέρα και να σκάσει με κρότο δίπλα στο τεχνούργημα. Μέσα απ’ την καταιγίδα που μαινόταν σαν τρελή, ο Ιππότης ξεχώρισε κραυγές πανικού από την εκκλησία κάτω και κατάλαβε ότι η ώρα πλησίαζε.

Ο Ιππότης ξέπνοος παρατηρούσε τις κινήσεις του Σάμκα. Ενώ αναρωτιόταν τι συμφέρον είχε να του επιτεθεί, το πλάσμα στάθηκε και πάλι όρθιο, πήρε στα χέρια του άφοβα το τεχνούργημα και μίλησε στη χυδαία γλώσσα του, που ήξερε πολύ καλά ότι αν κι ο Ιππότης δεν τη μιλούσε, την καταλάβαινε: «Με έστειλε ο ίδιος ο Διάβολος να μαζέψω την ψυχή του νεκροθάφτη, αλλά τον έχασα μέσα απ’ τα χέρια μου, η μυρωδιά του απομακρύνεται. Μετά σκέφτηκα να εμποδίσω την εκπλήρωση της κατάρας για να βασανίζεται στις κολάσεις η ψυχή της Δήμητρας στους αιώνες των αιώνων, αλλά μοιάζεις τόσο αποφασισμένος, που θα σε βοηθήσω», κάγχασε και στα χέρια του εμφάνισε ένα πουγκί. Το άνοιξε και σκόρπισε στον αέρα μία χούφτα ιριδίζουσας σκόνης, που στροβιλίστηκε βίαια γύρω απ’ το τεχνούργημα.

Ο Σάμκα δεν έχασε περισσότερο χρόνο σε λόγια και απλά εξαφανίστηκε, ενώ η εκκλησία άρχισε να σείεται κάτω από τα πόδια του Ιππότη. Χίλιες βελόνες τρύπησαν τα ακροδάχτυλα του και μυρωδιά από θειάφι έσπασε τα ρουθούνια του. Ακριβώς μισή ανάσα αφού πήδηξε στο χώμα, το καμπαναριό κεραυνοβολήθηκε κι ο οργισμένος ανεμοστρόβιλος έσκισε στα δύο τη στέγη του ναού.

Πλίνθοι, πέτρες, δοκάρια και φωτιά χύθηκαν στα κεφάλια των πιστών σκοτώνοντας τους περισσότερους, ενώ όσοι γλύτωσαν και προσπάθησαν να τρέξουν, γυναίκες και μικρά παιδιά, βρήκαν το θάνατο από τους βράχους που ο Ιππότης πέταξε στα κεφάλιά τους. Μόλις και η τελευταία ψυχή πέταξε μακριά από κείνο τον τόπο, η λύσσα του ανέμου καταλάγιασε και η γη έπαψε να τρέμει.

Μόνος έμεινε ο Ιππότης στα χαλάσματα, συντετριμμένος να προσεύχεται για όσους είχαν χαθεί. Έκλαψε με σπαρακτικούς λυγμούς και παρακάλεσε τη βροχή να τον ξεπλύνει από εκείνη τη σκοτεινή μέρα.

Και όταν τα δάκρυά του στέγνωσαν, έψαξε στα πτώματα τον νεκροθάφτη, να πάρει αυτά που είχε κλέψει απ’ τη Δήμητρα και να ολοκληρώσει την αποστολή του. Το πτώμα, όμως δεν υπήρχε. Η καρδιά του βυθίστηκε. Κάλεσε το άλογό του και άρχισε να καλπάζει προς τον επόμενο προορισμό του.

***

Πέρασαν εκατόν είκοσι εφτά χρόνια και ο Ιππότης ακόμα κάλπαζε στη Ντραγκούτ…

Νωρίτερα εκείνη τη μέρα, σκαρφαλωμένος στην κορυφή του Μερκατάλ είχε δει το μυρμήγκιασμα των Πεδιανθρώπων που προέλαυνε. Τώρα τράβηξε με δύναμη, ανάμεικτη με φροντίδα τα γκέμια του αλόγου του για να σταματήσει ακριβώς στο σταυροδρόμι. Ο αέρας που για ώρες με ορμή στροβιλιζόταν στο πέρασμά του, τώρα παράσερνε ένα σύννεφο σκόνης μακριά, στέλνοντάς το να χαθεί στη γραμμή του ορίζοντα. Στα αριστερά και στα δεξιά του υπήρχαν δύο μεγάλα βουνά, που οι άνθρωποι ονόμαζαν Μερκατάλ και Άλμπιν. Μπροστά ανοιγόταν ένα οροπέδιο με καμένα σπαρτά.

Αναρωτήθηκε για την κατεύθυνση που έπρεπε ν’ ακολουθήσει. Ο ήλιος ήδη χαμήλωνε και απ’ τις δύο ξύλινες επιγραφές ο Ιππότης δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα. Δεν ήξερε την παραμικρή λέξη στη λαλιά αυτής της χώρας και οι ουρές των γραμμάτων μπερδεύονταν σαν αλληλοσπαρασσόμενα φίδια, χωρίς να δημιουργούν γνώριμα σημάδια.

Πολύ βολικά, όμως ένας ζητιάνος ντυμένος με ελεεινά κουρέλια είχε ξαπλώσει σ’ ένα μεγάλο θάμνο δίπλα από τις επιγραφές, με μία πέτρα για προσκέφαλο. Ή ήταν μεθυσμένος ή από φόβο παρίστανε τον κοιμισμένο- αποκλείεται να μην είχε ακούσει το βαρυφορτωμένο άτι να σταματάει δίπλα του.

Ο Ιππότης ξεπέζεψε με αναγκαστικά αργές κινήσεις, ενώ τα μεταλλικά ελάσματα στην πανοπλία του βαρυγκώμησαν θλιμμένα. Πλησίασε τον ξαπλωμένο και τον σκούντησε με τη μύτη της σιδερένιας μπότας του. Εκείνος ανασκουμπώθηκε τρομαγμένος και άνοιξε διάπλατα τα τσιμπλιασμένα μάτια του. Μπροστά του ορθωνόταν ένας άγνωστος και ολότελα τρομακτικός στην όψη πολεμιστής.

Το ύψος του ξεπερνούσε τους ώμους του θηριόσωμου αλόγου του, το οποίο φορούσε μία βαριά πανοπλία, όπως ο αφέντης του. Τα χέρια του ήταν καλυμμένα με ασήμι ως τους αγκώνες και τα διάφορα εμβλήματα και οι προστατευτικοί ρούνοι που αγκάλιαζαν κάθε ελεύθερη επιφάνεια του μετάλλου θα είχαν φτιαχτεί σε εξωτικό μέρος. Στο θώρακά του είχε σκαλισμένη μια ζοφερή εσχατολογική αναπαράσταση, που έκανε το ζητιάνο ν’ ανατριχιάσει.

Ακόμα θολωμένος απ’ τον ύπνο και το φόβο, έτριψε τα μάτια του, στήριξε αβέβαια το βάρος του στις παλάμες και σηκώθηκε άτσαλα μπροστά στον άγνωστο, περιμένοντας στην ευτυχέστερη των περιπτώσεων κάποιου είδους τιμωρία ή επίπληξη. Δεν κουβαλούσε πάνω του χαρτιά για να διασχίζει τη χώρα κι ούτε κανένας του είχε επιτρέψει να ξεκουραστεί σ’ εκείνο το σταυροδρόμι. Είχε αποφασίσει να παρατήσει τα πάντα και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του ως ερημίτης, αλλά όσο βάδιζε σε δρόμους του βασιλείου, οι νόμοι είχαν ακόμα ισχύ πάνω του.

Αν το πρόσωπο του Ιππότη πήρε οποιαδήποτε έκφραση ήταν αδύνατο να φανεί εξαιτίας του προσωπείου της περικεφαλαίας του, που ήταν κατεβασμένο ακόμα κι όταν ταξίδευε. Έδειξε με το σιδερένιο γάντι του τις δύο κατευθύνσεις στις οποίες χωριζόταν ο δρόμος και απαίτησε να μάθει, τονίζοντας προσεκτικά τις λέξεις: «Προς τα πού είναι το κεφαλοχώρι αυτού του Φέουδου; Πρέπει να είμαι εκεί ως το σούρουπο. Είναι μακριά από εδώ;»

Ο ερημίτης άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Με την άκρη του ματιού του ξεχώρισε τρία σπαθιά, δύο τόξα, μία κοντή λόγχη, ένα ακόντιο, ένα δίκοπο τσεκούρι και τέσσερις φαρέτρες με βέλη φορτωμένα στο άλογο- χώρια το κυρτό σπαθί και το εγχειρίδιο που είχε ζωσμένα πάνω του ο Ιππότης. Αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο, έδειξε όσο πιο ταπεινά μπορούσε τη μια απ’ τις δύο ταμπέλες. Έβαλε το δάχτυλό του στα γράμματα και είπε σχεδόν συλλαβιστά: «Το Φέουδο είναι από τούτο το δρόμο, Άρχοντα. Σε παρακαλώ μη με πειράξεις. Κοιμόμουν εδώ γιατί είμαι κουρασμένος κι η νύχτα αυτή την εποχή μοιάζει με τη μέρα.»

Ο Ιππότης ξαναρώτησε: «Και πόσο μακριά βρίσκομαι;» Ο ερημίτης πισωπάτησε, υποκλίθηκε βαθιά, βαθύτερα κι ακόμα πιο βαθιά και ψέλλισε: «Όχι πάνω από πολύ κι ούτε κάτω από λίγο. Ο δρόμος σε πηγαίνει κατευθείαν στο Φέουδο. Καρτάους το λένε οι ντόπιοι. Αν δεν φοβάσαι να τριποδήσεις για ώρες, εύχομαι Άρχοντα να φτάσεις πριν να ‘ναι αργά.»

Ο Ιππότης φάνηκε να ικανοποιείται και από ένα πουγκί άφησε να κυλήσει στο γάντι του ένα βαρύ νόμισμα. Το κοίταξε για μια καλή ματιά κι έπειτα το πέταξε στα πόδια του ζητιάνου που ήταν ακόμα διπλωμένος στα δύο. Το νόμισμα στριφογύρισε στον αέρα, αντανακλώντας λίγο από το πύρινο χρώμα του ήλιου. «Αυτό για τον κόπο σου», είπε ο Ιππότης και ξανακαβάλησε.

Ο ερημίτης περίμενε μέχρι να απομακρυνθεί ο καβαλάρης και πήρε στη χούφτα του το αστραφτερό, ολοστρόγγυλο νόμισμα. Ήταν βαρύ σαν πέτρα κι από τη μια πλευρά είχε χαραγμένες φράσεις σε παράξενη γλώσσα. Το γύρισε απ’ την άλλη και βλέποντας την αναπαράσταση πάγωσε. Απεικονιζόταν ένας πάνοπλος ιππότης που τα χέρια του ήταν καλυμμένα με ασήμι ως τους αγκώνες και το φορτωμένο με όπλα άλογό του, ήταν σηκωμένο στα δύο πόδια.

Έντρομος σήκωσε το κεφάλι του προς την κατεύθυνση που είχε φύγει ο Ιππότης. Το μόνο που διακρινόταν στο βάθος του δρόμου ήταν ένα κουρνιαχτό σκόνης που πάλευε να ενωθεί με τον ουρανό…

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Φωτογραφίες από την παρουσίαση στα Γιάννενα






Ανεβάζω μερικές φωτογραφίες από την πολύ όμορφη παρουσίαση που έγινε στα Γιάννενα στις 19 Νοεμβρίου.
Ευχαριστώ απ' την καρδιά μου τους πολλούς φίλους του Βασιλείου της Αράχνης που ήρθαν- ελπίζω να πέρασαν ωραία. Επίσης ευχαριστώ απεριόριστα τον κύριο Σταύρου για την εξαιρετική δουλειά που έκανε πάνω στην ανάλυση των βιβλίων και τον κύριο Μαρκή από το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου για την άψογη συνεργασία μας. Μέσα σε λίγες μέρες κέρδισα δύο πολύτιμους φίλους. Φυσικά δεν ξεχνάω τη Γιάννα και την Ευαγγελία, οι οποίες ανέδειξαν το κείμενο με την ανάγνωση των αποσπασμάτων
Η βραδιά μας έκλεισε στην "Πάπρικα" με συζήτηση, τσίπουρο και καλούς μεζέδες.


Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη



Στις 23 Ιανουαρίου θα έχω τη χαρά να επισκεφτώ τη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσω το Βασίλειο της Αράχνης μαζί με τα βιβλία δύο καλών μου φίλων. Πρόκειται για τους "Ονειροψιθυριστές" του Σάββα Γρηγοριάδη (στα αριστερά υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του βιβλίου) και τον "Φύλακα του Χρόνου" του Κωνσταντίνου Παπαχρήστου, τα οποία επίσης κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Η παρουσίαση θα γίνει στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου Μαλλιάρη (http://www.malliaris.gr).
Περισσότερες λεπτεμέρειες θα δημοσιεύσω τις επόμενες εβδομάδες.


Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Bookjackets



Τα πάντα ήταν πολύ όμορφα στην παρουσίαση στην Τρίπολη και θέλω να ευχαριστήσω ξανά τον Φιλοτεχνικό Όμιλο, το βιβλιοπωλείο Ώρα και όλους όσοι ήρθαν τη Δευτέρα το βράδυ για να μάθουν περισσότερα για το Βασίλειο της Αράχνης. Επίσης τον Ηλία Σπυρόπουλο, που μίλησε για τα βιβλία και τη Μαρία Βλάχου που διάβασε τα αποσπάσματα. Και φυσικά τον Τηλέμαχο- ξέρει αυτός τον λόγο.
Πλέον έχουν μείνει λιγότερο από δύο εβδομάδες μέχρι την παρουσίαση στα Γιάννενα.
Αν θυμάμαι καλά δεν έχω αναρτήσει τα bookjackets, όπως τα σχεδίασε ο Γιώργος Δημητρίου. Το κάνω σήμερα. Είναι απλά απολαυστικά.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Παρουσίαση στα Γιάννενα- 19 Νοεμβρίου

Τα δύο πρώτα βιβλία του Βασιλείου της Αράχνης παρουσιάζονται στα Γιάννενα, την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου στις 7 μ.μ. στο Συνεδριακό Κέντρο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων (Στοά Σάρκα) σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου.
Ο εκδοτικός μου οίκος και εγώ θα χαρούμε πολύ αν έρθετε για ένα φανταστικό ταξίδι στο Βασίλειο της Αράχνης.
Για τα βιβλία θα μιλήσει ο Σταύρος Ν. Σταύρου, επικοινωνιολόγος-εκπαιδευτικός.
Αποσπάσματα θα διαβάσει η Ιωάννα Γιαννάκη, αρχιτέκτων-τραγουδίστρια και η Ευαγγελία Γιαννάκη, ηθοποιός-σκηνοθέτης.
Προσκλήσεις θα υπάρχουν από την Παρασκευή στο βιβλιοπωλείο και αν θέλετε μπορείτε να αναζητήσετε και το σχετικό event στο facebook:
http://www.facebook.com/event.php?eid=39164009082

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Παρουσίαση στην Τρίπολη- 3 Νοεμβρίου

Ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, ο Φιλοτεχνικός Όμιλος, το βιβλιοπωλείο Ώρα και φυσικά εγώ προσκαλούμε τους ανγνώστες για ένα ταξίδι στη φανταστική λογοτεχνία, στην παρουσίαση των δύο πρώτων βιβλίων του "Βασιλείου της Αράχνης" στην Τρίπολη.
Η παρουσίαση θα γίνει τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, 8 μμ στον Φιλοτεχνικό Όμιλο Τριπόλεως.
Η παρουσία σας θα είναι τιμή και χαρά μας!
Αν θέλετε μπορείτε να αναζητήσετε και το event στο facebook. Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και την πρόσκληση, ενώ θα έχω και την ακριβή ημερομηνία για την παρουσίαση στα Γιάννενα, την οποία υπολογίζω να γίνεται στις 19 ή στις 24 Νοεμβρίου.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Κεφάλαιο 30: Το παραμύθι του Μιχαήλ

Ανεβάζω το τριακοστό κεφάλαιο από το Βασίλειο της Αράχνης. Είναι ένα (σχεδόν) αυτοτελές παραμύθι, που βρίσκεται προς το τέλος του δεύτερου βιβλίου ("Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών"). Όπως θα αποκαλυφθεί αργότερα, η πλοκή του παραμυθιού παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Είναι ουσιαστικά μια ματιά στο παρελθόν, τον πρώτο καιρό που είχε γραφτεί η μαγική περγαμηνή και διάφορες αφανείς δυνάμεις επιβουλεύτηκαν το περιεχόμενό της. Όπως έγραφα και στα εισαγωγικά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου, στην εποχή που διαδραματίζεται η τετραλογία, έχουν αρχίσει να ζωντανεύουν τα παραμύθια και ξεχασμένοι θρύλοι περιδιαβαίνουν στα δάση.
Σε αυτό που θα διαβάσετε δεν περιέχονται παρά ελάχιστα spoilers. Από όσους το διαβάσουν ή το έχουν διαβάσει εκτυπωμένο στα χέρια τους, θα χαρώ να διαβάσω σχόλια, κριτική και παρατηρήσεις.
Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και ένα προσχέδιο από το εισαγωγικό κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30

Το παραμύθι του Μιχαήλ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ για την αποστολή είχε ληφθεί πριν από μερικές μέρες απ’ τον Καστριαίο Σάντι Δίκαιο τον Ε΄. Δίχως άλλο, ο Μπαρταντίν είχε βάλει το χεράκι του στη λήψη αυτής της απόφασης, όμως ο ρόλος του δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρος, όπως και όσα σχετίζονταν εκείνες τις μέρες μαζί του. Σε κάθε περίπτωση, ο Άρχοντας του Ανατολικού Πύργου αποφάσισε να εναποθέσει τις ελπίδες του σε έναν τοπικό, λαϊκό μύθο που ανακάτευε μυστηριώδη πρόσωπα, άγνωστα μέρη και μια περγαμηνή σπουδαίας, απόκρυφης δύναμης.

Κάπου στις χώρες που έχουν από χρόνια σκεπάσει με τη σκιά τους οι Πεδιάνθρωποι, ζούσε ένας άνθρωπος με ικανότητες πάνω απ’ το κανονικό. Λίγοι τον είχαν συναντήσει τις μέρες πριν την εισβολή και ακόμα λιγότεροι είχαν μιλήσει μαζί του, αλλά κανείς απ’ τους ντόπιους δεν αμφισβητούσε την ύπαρξή του, όπως κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των νεράιδων, των λαμιών και των αγίων. Θεωρούνταν σοφός και γνωστικός, ακόμα κι αν δεν ήταν τόσο μεγάλος στην ηλικία, ώστε αυτά τα δύο προτερήματα να θεωρούνται φυσικά. Αλλά και πάλι κανείς δεν ήξερε με ακρίβεια την ηλικία του.

Για κάποιο λόγο, έπειτα από τις πειστικές διαβεβαιώσεις του Μπαρταντίν, ο Άρχοντας της Αδιγχάρα πίστεψε πως αυτός ο σοφός είχε στην κατοχή του, ανάμεσα σε άλλους θησαυρούς και κειμήλια, το τρίτο κομμάτι της περγαμηνής. Και σε όποιον ήξερε να διαβάσει τα σημάδια πάνω στο τρίτο κομμάτι, θα του φανερωνόταν το μέρος στο οποίο παρέμενε αθέατο για χρόνια το τέταρτο και τελευταίο.

Οι παλιές ιστορίες μιλούσαν για έναν κυβικό πύργο από βασάλτη, που ήταν κρυμμένος σε ένα απρόσιτο ξέφωτο του δάσους ανάμεσα στο Δρακοδόντι και την Αδιγχάρα. Κανείς δεν ήξερε πότε είχε δημιουργηθεί ο πύργος και από ποιους, αλλά κάθε ξυλοκόπος και κυνηγός είχε τη δική του θεωρία, κι ας μην τον είχαν δει ούτε από μακριά. Πολλοί, βέβαια, είχαν ισχυριστεί ότι μέσα στην ομίχλη είχαν δει κάτι που έμοιαζε με τον πύργο, αλλά ο μόνος που είχε πάει στο πύργο όπου κρυβόταν ο σοφός ήταν μια γενναία κοπέλα, η Βελόντια από το Χθόνιο. Και αυτό είχε συμβεί μόνο σε ένα λαϊκό παραμύθι…

***

Το Χθόνιο, τον παλιό καιρό, πριν από την εισβολή των Πεδιανθρώπων, ήταν ένα μικρό χωριό στους πρόποδες της Αδιγχάρα. Οι κάτοικοί του καλλιεργούσαν κι εμπορεύονταν στάρι, απ’ το μεγάλο οροπέδιο που ξεκινούσε μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους, ανατολικά της πόλης. Συγκέντρωναν το στάρι στις αποθήκες τους και το χειμώνα τροφοδοτούσαν τη μεγάλη πόλη, που ήταν χτισμένη χίλια πόδια πιο ψηλά. Στα χρόνια που ακολούθησαν τις επιδρομές των Πεδιανθρώπων, το χωριό σταδιακά εγκαταλείφθηκε απ’ τους κατοίκους του, αλλά ποτέ δεν τράβηξε το ενδιαφέρον των εισβολέων, μιας και οι πλαγιές που το χώριζαν απ’ την πόλη ήταν απελπιστικά απόκρημνες.

Τον καιρό του παραμυθιού, το Χθόνιο ήταν ένα εύρωστο χωριό, που δεν είχε σκεπαστεί ακόμα απ’ τη σκιά του πολέμου και ο Μιχαήλ ήταν ένας απλός χωρικός σαν τόσους και τόσους άλλους. Όπως όλοι, είχε ακούσει σε διηγήσεις από τους γηραιότερους πως ένας μυστηριώδης σοφός έκανε την εμφάνισή του στα χωριά της περιοχής, άλλοτε βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη και άλλοτε καταστρέφοντας τους αλαζόνες, αλλά ποτέ του δεν τα είχε πιστέψει αυτά. Ο Μιχαήλ πίστευε ότι κάθε άνθρωπος ορίζει τη μοίρα του και καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορούσε να την κάνει καλύτερη ή χειρότερη.

Η θεοσεβούμενη οικογένειά του είχε ένα μύλο που δούλευε με αέρα το φθινόπωρο και με νερό την άνοιξη και, μιας και ήταν ένας γερός μύλος, είχαν τον τρόπο τους να περνούν χωρίς πολλές στερήσεις, ακόμα κι όταν η βαριά ανάσα του χειμώνα τούς έκλεινε για μήνες στο σπίτι. Ο Μιχαήλ είχε τέσσερις διαλεχτές αδερφές, την Άννα, τη Δήμητρα, τη Ράνια και τη Βελόντια. Η Άννα, η μεγαλύτερη, ήταν εργατική σαν την αράχνη, η Δήμητρα, η επόμενη, ήταν υπομονετική σαν την αράχνη, η Ράνια ήταν λεπτεπίλεπτη σαν τον ιστό της αράχνης και η Βελόντια, η μικρότερη, ήταν πανέμορφη και η πιο έξυπνη απ’ όλες.

Κάποτε, όταν πολύ νερό είχε κυλήσει στο αυλάκι του μύλου και πολύς αέρας είχε φυσήξει στη φτερωτή του, οι γονείς του Μιχαήλ έφυγαν απ’ τη ζωή. Πριν, όμως, ο πατέρας του πεθάνει, φώναξε πάνω απ’ το κρεβάτι του το δακρυσμένο Μιχαήλ και του είπε με την τελευταία πνοή του: «Την ευχή μου να έχεις κι εσύ, Μιχαήλ, πολυαγαπημένε και μονάκριβέ μου, και οι τέσσερις αδερφές σου. Τώρα που κλείνω τα μάτια, αφήνω εσένα να τις προσέχεις στη ζωή, γιε μου, δε θα ’χουν άλλον κανένα στον κόσμο. Ξέρω ότι τις αγαπάς πολύ, αλλά μην τις κρατήσεις κοντά σου περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αν έρθει γαμπρός να τις γυρέψει, και αυτές συμφωνούν, μη διστάσεις να τις παντρέψεις, γιατί αυτό θα είναι το τυχερό τους».

Από εκείνη την πένθιμη μέρα πέρασαν κάμποσοι μήνες και ένα βροχερό βράδυ που ο Μιχαήλ δειπνούσε, όπως συνήθιζε, με τις τέσσερις αδερφές του, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Ο Μιχαήλ σηκώθηκε παραξενεμένος, γιατί η ώρα ήταν περασμένη και ο καιρός κακορίζικος. Πήγε μέχρι την πόρτα και ρώτησε: «Ποιος είναι τέτοια ώρα στο κατώφλι μας;»

Αμέσως, απ’ την άλλη πλευρά, μια βραχνή φωνή απάντησε: «Είμαστε τέσσερις ξένοι έμποροι από μακριά. Μας έπιασε η νεροποντή στο δρόμο μας για την Αδιγχάρα. Αν έχετε την καλοσύνη, άρχοντες, ανοίξτε μας λίγο να ξαποστάσουμε, ώσπου να κοπάσει η μπόρα, και μετά θα κινήσουμε ξανά. Ευλογία η βροχή που πέφτει για τον αγρότη, αλλά κατάρα για τον ταξιδιώτη».

Ο καλόκαρδος Μιχαήλ λυπήθηκε τους ξένους που δέρνονταν απ’ τη βροχή και τους άνοιξε. Αντίκρισε απέναντί του τέσσερα γεροδεμένα, όμορφα παλικάρια, περίπου στην ηλικία του, που φορούσαν μαλακές γούνες γύρω απ’ το λαιμό και είχαν ριγμένα στους ώμους καφετιά, βαριά πανωφόρια. Οι γούνες και τα πανωφόρια τους έσταζαν, αλλά και οι τέσσερις αρνήθηκαν με ευγενικά νεύματα την προσφορά της Άννας να τους απαλλάξει απ’ αυτά.

Ο άντρας που είχε μιλήσει κοίταξε καλά καλά το χώρο και τους αγνώστους γύρω του και αφού ξερόβηξε για να καθαρίσει κάπως τη φωνή του, είπε κάνοντας μια ευγενική υπόκλιση: «Είστε πολύ ευγενικοί όλοι σας. Εμένα με λένε Χαβέζ».

Μετά έδειξε τους συντρόφους του και συνέχισε: «Αυτός είναι ο Βαϊζάν, αυτός ο Αϊλκούν και ο τελευταίος και μικρότερος είναι ο Καντού. Σας ευχαριστούμε απ’ τα βάθη της καρδιάς μας για τη φιλοξενία σας. Αν δε σας πειράζει, θα καθίσουμε κοντά στο τζάκι ώσπου να τελειώσετε το φαγητό σας. Μόλις η βροχή σταματήσει έστω και λίγο, θα σας αδειάσουμε τη γωνιά».

Ο Μιχαήλ απάντησε κι αυτός με μια βαθιά υπόκλιση: «Είμαι ο Μιχαήλ, άρχοντας στο σπίτι μου, και αυτές είναι οι τέσσερις παινεμένες αδερφές μου, η Άννα, η Δήμητρα, η Ράνια και η Βελόντια, η μικρότερη. Όσο εγώ είμαι οικοδεσπότης, θα μείνετε στο σπίτι μου ως φιλοξενούμενοι. Για το βράδυ μη σας νοιάζει, γιατί έχουμε μέρος για να κοιμηθείτε. Τώρα, όμως, ελάτε στο τραπέζι μας γιατί χώρο έχει μπόλικο, η σούπα μας θα περισσέψει και το βαρέλι με την μπίρα έχει αρχίσει να παλιώνει περισσότερο απ’ όσο αξίζει. Όσο η Άννα γεμίζει τις γαβάθες σας, η Δήμητρα φέρνει τα κουτάλια σας και η Ράνια φροντίζει για τις κούπες σας, πιάστε τις θέσεις δίπλα στο τζάκι για να ζεσταθείτε. Αυτός ο παλιόκαιρος δε δείχνει έλεος ούτε σε βασιλιά ούτε σε ζητιάνο».

Οι τέσσερις έμποροι κάθισαν ανακουφισμένοι κοντά στη φωτιά, ενώ η γάτα του σπιτιού που γουργούριζε από ώρα στην αγκαλιά της Βελόντια ξαφνικά γούρλωσε τα κίτρινα μάτια της, οι τρίχες στο σβέρκο της ανασηκώθηκαν και έφυγε τρέχοντας τρομαγμένη προς τα μέσα δωμάτια.

Ο άντρας που είχε πει πως τον έλεγαν Χαβέζ μίλησε στον Μιχαήλ που καθόταν στα αριστερά του: «Μας άνοιξες την πόρτα σου, μας έβαλες στο σπίτι σου, μας προσκάλεσες στο τραπέζι με τις παινεμένες αδερφές σου και μας έβαλες να καθίσουμε στα δεξιά σου. Η ευγένεια και η καλοσύνη σου θα μείνει για πάντα στις καρδιές μας και στη θύμησή μας, Μιχαήλ απ’ το Χθόνιο».

Ο Μιχαήλ τον έπιασε φιλικά απ’ τους ώμους και του είπε σηκώνοντας ψηλά το ποτήρι του: «Τα ονόματά σας μαρτυρούν πως κατάγεστε από μακριά και ίσως δεν έχετε ξαναέρθει στην επαρχία μας. Εμείς εδώ το έχουμε κακό απ’ το Θεό να διώχνουμε ή να κακομεταχειριζόμαστε τους μουσαφίρηδες. Στην υγειά μας, φίλοι μου!» Ο Μιχαήλ, ακουμπώντας την πλούσια γούνα που είχε ο Χαβέζ γύρω απ’ το λαιμό του, ένιωσε παράξενα κι αισθάνθηκε τις τρίχες στο δικό του λαιμό να σηκώνονται, αλλά από ευγένεια δεν είπε τίποτα.

Ο Χαβέζ, αφού κοίταξε τους τρεις συντρόφους του, που φάνηκαν με ένα νεύμα να δίνουν σιωπηλά τη συγκατάθεσή τους, σηκώθηκε όρθιος και είπε: «Εμείς έχουμε ένα έθιμο στον τόπο μας, φυλαγμένο μόνο για ειδικές περιστάσεις. Όταν μια φιλία γεννιέται, πρέπει να το επισφραγίσουμε δυναμώνοντας μια φλόγα».

Μετά έχωσε το χέρι του μέχρι τον ώμο στο πανωφόρι του και έβγαλε ένα χοντρό κομμάτι δέρματος, που στα μάτια του Μιχαήλ είχε το ίδιο χρώμα και το ίδιο σχήμα με τις περγαμηνές που χρησιμοποιούν οι ευγενείς για να γράφουν. Οι υπόλοιποι έμποροι τον μιμήθηκαν κουνώντας ζωηρά το κεφάλι και ο Χαβέζ, αφού πήρε και τα δικά τους κομμάτια, τα πέταξε όλα στο τζάκι. Η φλόγα φούντωσε για μια στιγμή και μια βροχή από σπίθες πετάχτηκαν απ’ τα κούτσουρα που έτριξαν. Ο Χαβέζ παρακολούθησε για λίγο τη φωτιά κι έπειτα επέστρεψε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο τραπέζι.

Κάθισε ξανά δίπλα στον Μιχαήλ και ευδιάθετος του είπε: «Μιχαήλ, ο τόπος μας βρίσκεται σε ένα μακρινό βασίλειο. Για να φτάσεις εκεί, πρέπει να διασχίσεις τέσσερις φορές οχτώ βουνά και σαράντα χώρες έξω απ’ το χάρτη. Χρόνια τώρα ταξιδεύουμε περνώντας από πολλούς τόπους, συναντώντας πολλούς ανθρώπους και πλουτίζοντας με πολλούς τρόπους. Κανείς, όμως, δε μας υποδέχτηκε τόσο ανοιχτόκαρδα όσο εσύ και οι όμορφες αδερφές σου και κανείς δε μας πρόσφερε τόσο αλμυρή σούπα και τόσο γλυκιά μπίρα.

»Για τη ζωή μας, δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι καλύτερο. Θέλεις να μας δώσεις τις αδερφές σου για γυναίκες μας; Ίσως κάνεις οχτώ χρόνια να τις ξαναδείς κι αυτές δεκαέξι για να ξαναδούν τον τόπο τους, μα εκεί όπου θα πάμε θα ζουν ευτυχισμένες, απολαμβάνοντας τις τιμές που πρέπουν μόνο στις τυχερότερες πριγκίπισσες. Κάθε σκέψη τους θα πραγματοποιείται πριν ακόμα την επιθυμήσουν και κάθε επιθυμία τους θα πραγματοποιείται πριν ακόμα τη σκεφτούν».

Ο Μιχαήλ κοίταξε τις αδερφές του, που όλες, εκτός απ’ τη Βελόντια, χαμογέλασαν, έσκυψαν αμήχανα το κεφάλι και σκούντηξαν η μία την άλλη με κόκκινα μάγουλα. Τα ξένα παλικάρια ήταν όμορφα σαν ζωγραφιές, είχαν αρχοντικά ονόματα κι εκείνες από πάντα ήθελαν να ταξιδέψουν μακριά απ’ το χωριό τους και να δουν τα μέρη του κόσμου. Και ποιος δε θέλει;

Ο Μιχαήλ χαμογέλασε κι αυτός πλατιά και είπε υψώνοντας ξανά το ποτήρι του: «Εμείς έχουμε έθιμο να τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας όταν μαζευόμαστε για να γιορτάσουμε ένα χαρμόσυνο γεγονός. Μάλλον ήταν θέλημα Θεού να βρεθείτε εδώ απόψε. Ας γιορτάσουμε, ας πιούμε κι ας γλεντήσουμε, φίλοι μου!»

Καθώς τη σάλα του σπιτιού γέμισαν γέλια και φωνές, η μόνη που παρέμενε σκεφτική ήταν η Βελόντια, η ομορφότερη και η εξυπνότερη απ’ όλες τις αδερφές. Παρατηρώντας καλύτερα τους τέσσερις εμπόρους, είδε πως δεν είχαν αγγίξει ακόμα τα κουτάλια τους και δεν είχαν πιάσει τα ποτήρια τους για να ανταποδώσουν την πρόποση του αδερφού τους. Επίσης, δεν είχε ακούσει ποτέ για τόπο στον οποίο έριχναν αντικείμενα στο τζάκι για να φουντώσουν τη φλόγα κι ούτε καταλάβαινε γιατί, παρά τη ζέστη, οι τέσσερις έμποροι δεν ξεφορτώνονταν τα πανωφόρια τους. Ξαφνικά αισθάνθηκε πως κάτι άσχημο επρόκειτο να συμβεί και η καρδιά της σφίχτηκε: οι τέσσερις ξένοι δεν κουβαλούσαν πράγματα μαζί τους. Δεν μπορεί έμποροι να ταξίδευαν για καιρό χωρίς να κουβαλούν πραμάτεια ή εφόδια μαζί τους.

Το χτύπημα που ακούστηκε τέσσερις φορές στην πόρτα του σπιτιού του Μιχαήλ έκανε τις κοπέλες να αναπηδήσουν στη θέση τους. Οι μουσαφίρηδες κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι μεταξύ τους και πετάχτηκαν αλαφιασμένοι. Απέξω ακούστηκε μια κορακίστικη φωνή να λέει: «Πού κρύβεστε, παιδάκια μου; Δεν ξέρετε ότι, όπου και να φωλιάσετε, εγώ θα σας ξετρυπώσω; Για τόσο αφελή με έχετε; Φύγατε βιαστικά πριν δυναμώσει η βροχή, αλλά φαίνεται πως κατά λάθος πήρατε κάτι που μου ανήκει».

Ο Μιχαήλ πετάχτηκε κι αυτός όρθιος, κοίταξε την πόρτα και μετά προσπάθησε να διακρίνει τις αντιδράσεις στα βλέμματα των φιλοξενούμενών του. Δε μίλησε κι έκανε νόημα στις τέσσερις τρομαγμένες αδερφές του να σωπάσουν κι αυτές και να μην ανακατευτούν. Με αθόρυβες κινήσεις, ο Χαβέζ, ο Βαϊζάν, ο Αϊλκούν και ο Καντού ξεγλίστρησαν απ’ το τραπέζι και παρατάχτηκαν πίσω απ’ την ξύλινη πόρτα, σαν να περίμεναν ότι όποιος κι αν ήταν ο άγνωστος έξω, σύντομα θα εισέβαλλε στο σπίτι. Ο Μιχαήλ κινήθηκε με αβέβαια βήματα προς το τζάκι για να ξεκρεμάσει απ’ τον τοίχο το πλατύ τσεκούρι, που μια ζωή το χρησιμοποιούσε για να κόβει καυσόξυλα.

Μια βαριά ανάσα ακούστηκε από την άλλη πλευρά της πόρτας κι έπειτα ακολούθησαν ακόμα τέσσερα χτυπήματα, κοφτά και ανυπόμονα αυτή τη φορά. Η κορακίστικη φωνή ξαναμίλησε, πιο αυστηρά και πιο απειλητικά: «Τώρα γιατί το κάνετε αυτό; Αφού ανακάλυψα τη φωλιά σας, θα έπρεπε να παραδώσετε αυτό που κλέψατε. Αυτό είναι το σωστό. Όχι;»

Η φωνή δεν περίμενε, φυσικά, απάντηση. Στο επόμενο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων ακούστηκε μια τσιρίδα τόσο διαπεραστική και έντονη, που ο Μιχαήλ κι οι αδερφές του έπεσαν στα γόνατα και έβαλαν τις παλάμες στ’ αφτιά τους για να προστατευτούν. Η ανυπόφορη τσιρίδα συνεχίστηκε και δυνάμωσε, κάνοντας τελικά με μαγικό τρόπο όλα τα γυάλινα αντικείμενα μέσα στο σπίτι να σπάσουν σε χίλια κομμάτια και τινάζοντας την πόρτα απ’ τους μεντεσέδες της με τόση ορμή, σαν να την είχε χτυπήσει η δύναμη εκατό ανέμων!

Στο κάδρο που σχημάτιζε η γυμνή κάσα της πόρτας εμφανίστηκε μια σκιά κι ένα δυνατό ρεύμα αέρα έσβησε κεριά και λυχνάρια στο σπίτι. Τα μακριά, μεταξένια μαλλιά της Βελόντια ανέμισαν και άθελά της άγγιξαν τον Χαβέζ στο μάγουλο. Καθώς ένας φοβερός κεραυνός αυλάκωνε τον ουρανό, ο Χαβέζ λύγισε τα γόνατά του και πήδηξε ψηλά, πιο ψηλά απ’ όσο είχε δει ποτέ ο Μιχαήλ να πηδάει άνθρωπος ή ζωντανό. Πήδηξε τόσο ψηλά που άγγιξε τη στέγη και μέσα σε ένα σύννεφο καπνού το πρόσωπό του παραμορφώθηκε, η μύτη του μάκρυνε, τα νύχια του έγιναν γαμψά και η γούνα γύρω απ’ το λαιμό του μετατράπηκε σε αστραφτερά πούπουλα που κάλυψαν ολόκληρο το σώμα του.

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Μιχαήλ και των αδερφών του, και οι τέσσερις δήθεν έμποροι μεταμορφώθηκαν σε τρομερούς αετούς στο ύψος του ανθρώπου, με ασημένια φτερά και χρυσαφένια ράμφη. Ετοιμάστηκαν να χιμήξουν στο διώκτη τους, άνοιξαν διάπλατα τις φτερούγες τους γεμίζοντας σχεδόν όλο το δωμάτιο και άρχισαν να βγάζουν απειλητικά κρωξίματα, που θα πάγωναν το αίμα ακόμα και του πιο γενναίου ανθρώπου. Όμως ο άγνωστος στην είσοδο του σπιτιού δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί για να φοβηθεί από μια παράσταση. Μέσα στο μισοσκόταδο, η μορφή του ήταν συγκεχυμένη και θολή, σαν να περιβαλλόταν από μια ακαθόριστη ομίχλη. Στα χέρια του άστραψε μια κρυστάλλινη σφαίρα, που ξαφνικά άρχισε να ρουφάει τον αέρα μέσα απ’ το σπίτι.

Όλες οι αναπνοές χάθηκαν στιγμιαία μες στη σφαίρα, ώσπου όποιος δεν ήταν αετός έπεσε στο πάτωμα βήχοντας απεγνωσμένα για λίγο αέρα και νιώθοντας το σώμα του βαρύ, σαν να ζύγιζε χίλιες λίβρες. Μετά, η κρυστάλλινη σφαίρα βρέθηκε να αιωρείται και, αποκτώντας απότομα ταχύτητα, έσπασε στο κέντρο της σάλας σε χίλια κομμάτια, απελευθερώνοντας έναν οργισμένο ανεμοστρόβιλο.

Όσο κι αν πάλεψαν με τις τεράστιες φτερούγες τους, οι τέσσερις αετοί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη δύναμη του τρομερού ανεμοστρόβιλου, που ξήλωσε τη στέγη του σπιτιού του Μιχαήλ και τους παρέσυρε σε ύψη ανυπολόγιστα. Οι πέντε άνθρωποι, ακόμα πεσμένοι στο πάτωμα, δεν είχαν παρασυρθεί απ’ τον ανεμοστρόβιλο, αλλά ήταν ζαλισμένοι και δεν μπορούσαν να κουνήσουν τα μέλη τους. Με όσο φως έβγαινε απ’ τα κάρβουνα που μισόκαιγαν στο τζάκι, είδαν τρομαγμένοι την οροφή να επιστρέφει απ’ τον ουρανό με ορμή και από ένστικτο κάλυψαν το κεφάλι τους για να μην τους πλακώσει.

Η στέγη, όμως, κάθισε και πάλι στους τοίχους του σπιτιού απαλά, χωρίς καν να ακουστεί το παραμικρό τρίξιμο. Η πόρτα που κειτόταν στο πάτωμα διαλυμένη άρχισε να ξαναφτιάχνεται μόνη της, σαν εκατό αόρατοι νάνοι να την επισκεύαζαν, σηκώθηκε και ταίριαξε πάλι στην κάσα, κλείνοντας απαλά. Ο άγνωστος είχε εξαφανιστεί και παντού απλώθηκε μια ανατριχιαστική ησυχία.

Όλα τα έπιπλα μέσα στο σπίτι είχαν ανοίξει στα δύο, όλα τα σκεύη είχαν σπαρθεί θρυμματισμένα στο πάτωμα και όλα τα ρούχα είχαν ξηλωθεί κλωστή προς κλωστή. Όμως ο Μιχαήλ και οι τέσσερις αδερφές του από θαύμα είχαν μείνει ανέγγιχτοι, σαν ο ανεμοστρόβιλος να είχε διαταχτεί να μην αγγίξει ούτε μία τρίχα απ’ τα μαλλιά τους. Σηκώθηκαν επιφυλακτικά και αντάλλαξαν μεταξύ τους αμήχανα βλέμματα, χωρίς να είναι ικανοί να προφέρουν ούτε λέξη. Οι κοπέλες αναστέναξαν για τα παλικάρια που μεταμορφώθηκαν και χάθηκαν και άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματα από το πάτωμα. Ο Μιχαήλ, όμως, κοίταξε με περιέργεια το μοναδικό αντικείμενο που είχε παραμείνει ανέπαφο στη θέση του σε όλο το σπίτι: το τσεκούρι του πάνω απ’ το τζάκι.

Καθώς πλησίασε και έχοντας λίγο φως απ’ τη φωτιά που η Άννα πάλευε να ξανανάψει, είδε απορημένος πάνω στη λαβή του χαραγμένες μερικές λέξεις, που δεν υπήρχαν πριν. Πήρε το τσεκούρι στα χέρια του, το ύψωσε για να βλέπει καλύτερα και ανυποψίαστος διάβασε δυνατά: «Ας είμαι εγώ η λόγχη της δικαιοσύνης που θα τρυπήσει τους εχθρούς μου και τους ασεβείς και όσους τους προσφέρουν καταφύγιο απ’ την οργή μου».

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του κι ένας πάταγος ακούστηκε και απλώθηκε για δεκάδες μίλια γύρω στην περιοχή. Μια λάμψη τρύπησε τη στέγη σε χίλιες μεριές, πλημμύρισε το χώρο κι ένας κεραυνός που τον τράβηξε το τσεκούρι σκότωσε τον Μιχαήλ ακαριαία…

Μέχρι το επόμενο πρωί, οι αδερφές του θρήνησαν πάνω απ’ το άψυχο κορμί του, ενώ οι στάλες της βροχής τις έλουζαν και οι γείτονες βουβοί παρακολουθούσαν το τραγικό μοιρολόι. Και όταν τα δάκρυα στέγνωσαν κι ο πόνος μαλάκωσε κάπως, η Δήμητρα τις σήκωσε και είπε να μαζέψουν όσα απ’ τα υπάρχοντά τους είχαν παραμείνει ανέπαφα.

Καθώς έψαχνε ανάμεσα σε συντρίμμια και χαλάσματα, η Ράνια έκανε μια απρόσμενη ανακάλυψη. Απ’ τις ζεστές ακόμα στάχτες στο τζάκι ξεχώριζε η άκρη ενός κομματιού δέρματος. Ανακατεύοντάς τες με ένα σίδερο, διαπίστωσε ότι και τα τέσσερα κομμάτια δέρμα που είχε πετάξει μέσα στις φλόγες ο Χαβέζ παρέμεναν ανέπαφα, σαν η φωτιά να μην τα είχε αγκαλιάσει.

Η Βελόντια πήρε στα χέρια της τις περγαμηνές και διάβασε για ώρα όσα είχαν γραμμένα πάνω τους. Μετά εξήγησε στις αδερφές της ότι, αν κάποιος διάβαζε τα σημάδια πάνω στις γραφές με ένα συγκεκριμένο τρόπο, θα μπορούσε να φτάσει σε ένα μέρος μακρινό και μυστικό, εκεί όπου ζούσε αυτός στον οποίο ανήκε κάθε κομμάτι.

Η Δήμητρα πρότεινε να μοιράσουν τα κομμάτια με κλήρο και κάθε αδερφή να ψάξει να βρει τον αετό της· αυτοί δεν τις είχαν ζητήσει για γυναίκες τους; Δεν μπορεί παρά να είχαν επιζήσει απ’ τον ανεμοστρόβιλο, τόσο δυνατοί και σπουδαίοι πρίγκιπες. Και δεν μπορεί παρά να τηρούσαν τις υποσχέσεις τους, τόσο ευγενικά και όμορφα παλικάρια.

Τίποτα δεν είχε απομείνει στο Χθόνιο για τις τέσσερις αδερφές, παρά τα συντρίμμια του σπιτιού και του μύλου τους. Μοίρασαν τα κομμάτια της περγαμηνής, τους λιγοστούς θησαυρούς τους και υποσχέθηκαν έπειτα από χρόνια να ξανασυναντηθούν στο ίδιο σημείο, για να αφηγηθούν η μία στην άλλη τις περιπέτειές τους.

Το τι απέγιναν οι τέσσερις αδερφές, εκτός απ’ τη Βελόντια, δεν είναι ξεκάθαρο. Μπορεί να το περιγράφουν άλλα παραμύθια, που η θέση τους δεν είναι εδώ. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχαν το κοφτερό μυαλό της για να ακολουθήσουν σωστά τα σημάδια κι έτσι μάλλον δε θα μπόρεσαν να φτάσουν στους αετούς τους, αν πράγματι αυτοί ζούσαν ακόμα και αν πράγματι οι μοίρες τους συνδέονταν με τις περγαμηνές. Ίσως και να έζησαν φυσιολογική ζωή σε κάποιο διπλανό χωριό ή να χάθηκαν στα ατέλειωτα δάση των βουνών.

Η Βελόντια, όμως, που της είχε τύχει η τρίτη περγαμηνή, τη μελέτησε προσεκτικά. Για τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες βάδιζε χωρίς να κοιτάζει το δρόμο που πατούσε. Τα μάτια της δεν ξεκολλούσαν απ’ την παράξενη γραφή και η σκέψη της είχε χαθεί ανάμεσα σε υποθέσεις, λαβυρίνθους, γρίφους και συμβολισμούς.

Όταν, τελικά, ύψωσε το βλέμμα και κοίταξε γύρω της, είδε ότι είχε φτάσει σε ένα ξέφωτο και μπροστά της, μέσα από πυκνή ομίχλη, ξεπρόβαλλε ένας πέτρινος, κυβικός, σκουρόχρωμος πύργος. Η Βελόντια στην αρχή τρόμαξε και θέλησε να τρέξει μακριά, αλλά τα πόδια της δεν την υπάκουαν πια.

Τότε τα πέπλα της ομίχλης παραμέρισαν για μια στιγμή και εμφανίστηκε ένας λευκοντυμένος άνθρωπος. Την κοίταξε με συμπάθεια και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της. «Τα λόγια σε έφεραν μέχρι εδώ. Ας παραδώσεις τώρα αυτό που μου ανήκει, για να απολαύσεις τις τιμές που πρέπουν μόνο στις τυχερότερες πριγκίπισσες. Κάθε σκέψη σου θα πραγματοποιείται πριν ακόμα την επιθυμήσεις και κάθε επιθυμία σου θα πραγματοποιείται πριν ακόμα τη σκεφτείς…»

***

Άνθρωπος ή όχι, αυτός ήταν ο σοφός που μπορούσε να λύσει κάθε αίνιγμα και να εξηγήσει κάθε γρίφο σύμφωνα με τους θρύλους. Κάποτε είχε στην κατοχή του τέσσερα κομμάτια από μια περγαμηνή, αλλά του είχε απομείνει μόνο το ένα. Τα υπόλοιπα τρία τα είχε ανταλλάξει για μια όμορφη κι έξυπνη γυναίκα.

Αυτός ο σοφός, που η Αράχνη θα προσπαθούσε να φτάσει με μια τόσο απελπισμένη έξοδο, απλώνοντας ένα απ’ τα πόδια της, ήταν περισσότερο γνωστός στα παραμύθια και τις αφηγήσεις ως Παλαβός Αλχημιστής…

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα ακόμα video

Υπάρχει στο youtube ένα ακόμα video για το Βασίλειο της Αράχνης, ανεπίσημο αυτή τη φορά. Μπορείτε να το δείτε στο: http://www.youtube.com/watch?v=DS2BGP0LB4k
Είναι ένα προσχέδιο για δύο video που θα χρησιμοποιήσω στις φθινοπωρινές παρουσιάσεις του βιβλίου.
Μιας και το ανέφερα, οι δύο επόμενες εκτός απροόπτου θα είναι αρχές Νοεμβρίου. Στα Γιάννενα σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου και στην Τρίπολη σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο "Ώρα" στην αίθουσα του Φιλοτεχνικού Συλλόγου. Περισσότερες λεπτομέρειες θα αναρτήσω την επόμενη εβδομάδα.
Τέλος, το πρώτο βιβλίο του Βασιλείου της Αράχνης βρίσκεται αυτές τις μέρες στη δεύτερη θέση με τα ευπώλητα του ηλεκτρονικού καταστήματος perizitito.gr, στην κατηγορία Φανταστικό, Επιστημονική Φαντασία και Τρόμος: http://www.perizitito.gr/bestsellers.php?cat=31514

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Τρίτος Τόμος- Τέχνασμα Δεμένο με Άλλο Τέχνασμα

Χθες το βράδυ έβαλα τελεία στον τρίτο τόμο και αισθάνομαι ευτυχισμένος. Με ταλαιπώρησε αρκετά γιατί προσπάθησα να συνθέσω ένα ογκώδες σύνολο από ιδέες και αναφορές που είχα συμπεριλάβει ή είχα αφήσει να εννοηθούν στους δύο προηγούμενους. Ελπίζω να τα έχω καταφέρει και να μην χάθηκα στις αμέτρητες σημειώσεις μου. (Ολόκληρο τον τρίτο τόμο τον έγραψα πρώτα σε τετράδια και μετά τον μετέφερα στο word.)
Τι έχει ο τρίτος τόμος; Πρώτα απ' όλα αποκαλύπτεται το περιεχόμενο της περγαμηνής. Εξηγούνται οι προθέσεις των ηρώων και έρχονται στην επιφάνεια πολλές υπόγειες συμφωνίες και προδοσίες. Αμέτρητα στοιχεία και ενδείξεις από τους δύο προηγούμενους επιστρέφουν για να συνθέσουν την εικόνα του κόσμου των ορατών, δηλαδή του πραγματικού κόσμου που ξέρουμε. Όπως είχα ξαναγράψει, αποκαλύπτεται ο ρόλος πολλών "προσωποποιημένων" αόρατων δυνάμεων, οι οποίες αντιμάχονται για την εξουσία πάνω στην πλάση. Είναι λίγο παράξενο σαν ιδέα, ειδικά για το πως επηρρεάζουν την πορεία των χαρακτήρων, αλλά νομίζω δεν δημιουργώ περισσότερες απορίες απ' όσες εξηγώ. Όπως μου είχε πει κι ένας καλός μου φίλος που του είχα εξηγήσει την ιδέα, σε ορισμένα σημεία μοιάζει λίγο με την Ιλιάδα και τις παρεμβάσεις των θεών. Υπάρχει μυστήριο φυσικά, δίνονται απαντήσεις, πολλοί κύκλοι κλείνουν και προς το τέλος φαίνεται ότι όλοι παίρνουν τις θέσεις τους πριν την τελική αναμέτρηση. Επίσης υπάρχει ένας πολύπλοκος γρίφος, τον οποίο ο αναγνώστης θα έχει χρόνο να λύσει πριν τον βοηθήσουν οι ήρωες του βιβλίου. Στο πλάι του Αλιόσκα θα επιστρέψουν αληθινοί φίλοι για να τον βοηθήσουν στην αναζήτησή του και θα κινδυνέψει θανάσιμα. Δεν θέλω να πω πολλά, αλλά το μονοπάτι του νεαρού ανιχνευτή θα αλλάξει ως το τέλος και θα αναγκαστεί να κόψει πολλούς δεσμούς με το παρελθόν.
Μέχρι και την τελευταία εβδομάδα άλλαξα αρκετά την πλοκή και για να χωρέσω περισσότερη δράση και άφησα έξω αρκετές λεπτομέρειες, τις οποίες σκοπεύω να τις ανεβάσω με μορφή διηγημάτων σύντομα εδώ στο ιστολόγιο. Για αρχή έχω στο νου μου τρείς ιστορίες, τις οποίες έχω σχεδόν ολοκληρώσει. Μία είναι για την πρωτεύουσα των Πεδιανθρώπων, την Καναά, δηλαδή περίπου το κεφάλαιο που έχω ανεβάσει εδώ παλιότερα και που τελικά δεν χώρεσε στο βιβλίο. Μία ακόμα είναι για την πτώση της Δρακοφωλιάς, της βορειότερης πόλης του βασιλείου και μία ακόμα για τον Άγιο Λάζαρο, έναν αρχαίο ήρωα που είχε φτιάξει με τα χέρια του ένα μοναστήρι πάνω σ' ένα ορυχείο αλατιού. Επίσης έχω κατά νου να βελτιώσω λίγο το χάρτη και στο τέλος του βιβλίου να προσθέσω ένα σχέδιο, που θα απεικονίζει την περγαμηνή. Αυτά για την ώρα.
Ελπίζω σύντομα να έχω να ανακοινώσω ημερομηνία έκδοσης και ημερομηνίες για τις επόμενες παρουσιάσεις του Βασιλείου της Αράχνης σε Γιάννενα, Τρίπολη και ίσως Θεσσαλοκίνη.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Χάρτες- Σχέδια

Αυτός είναι ο χάρτης της οροσειράς Ντραγκούτ, όπου βρίσκονται οι οχτώ πόλεις του Βασιλείου της Αράχνης. Δηλαδή για έναν υπήκοο του βασιλείου ο χάρτης αυτός περιλαμβάνει όλο τον γνωστό κόσμο.
Όσοι έχουν διαβάσει το πρώτο βιβλίο θα θυμούνται ότι οι χαρακτηρισμοί "Βορράς" και "Νότος" προσδιορίζουν το υψόμετρο της κάθε πόλης. Για παράδειγμα όπως φαίνεται και εδώ η Αδιγχάρα είναι χτισμένη ψηλότερα απ' ότι το Μεριάν.
Για να σχεδιάσω έναν παγκόσμιο χάρτη μέσα σε κύκλο, είχα ως πρότυπο παγκόσμιους, μεσαιωνικούς χάρτες, όπως τον χάρτη που βλέπεται στην δεύτερη εικόνα. Ο συγκεκριμένος προέρχεται από τα "Χρονικά του Αγίου Διονυσίου" και χρονολογείται το 1370.



Στο χάρτη του βασιλείου, την επεξεργασία της εικόνας, ώστε να φαίνεται παλιά και ζωγραφισμένη σε πάπυρο την έκανε ο φιλος μου Μιχάλης Φουντουκλής. Επίσης είχε σχεδιάσει μία ακόμα εκδοχή του χάρτη, η οποία τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε στα βιβλία. Ένα προσχέδιό της βλέπετε και εδώ:

Στον τρίτο τόμο θα αλλάξω λίγο την εμφάνιση του χάρτη, διατηρώντας απαράλλαχτο το ύφος, αλλά προσθέτοντας λίγες ακόμα λεπτομέρειες και διακοσμήσεις, ώστε να γεμίζει καλύτερα μία σελίδα. Αυτό βέβαια σε συνεννόηση με το τμήμα επιμέλειας.
Το τελευταίο σχέδιο, που μοιάζει με κάτοψη, βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο και όπως αναφέρεται μέσα στο κείμενο, είναι ένα πρόχειρο σκαρίφημα που παίρνει το θάρρος να σχεδιάσει ο αφηγητής για να βοηθήσει τον αναγνώστη να καταλάβει πως είναι χτισμένος ο Ανατολικός Πύργος.



Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Κοντά στον επίλογο

Βρίσκομαι πλέον κοντά στον επίλογο του τρίτου βιβλίου, το οποίο ελπίζω να έχω τελειώσει μέσα στις επόμενες τρεις εβδομάδες. Μένουν όχι μόνο αρκετές διορθώσεις, αλλά και να αποφασίσω για μερικές λεπτεμέρειες. Πχ το πόσο μεγάλο θα είναι ένα εισαγωγικό κεφάλαιο που έχω γράψει και περιγράφει τη σύγκρουση ανάμεσα σε έναν Ιερό Πολεμιστή/Ιππότη και ένα δαιμονικό πλάσμα που έχει ξεπηδήσει από το Κάτω Βασίλειο. Επίσης αν ένα-δύο κεφάλαια θα ήταν καλύτερα να τα μετακινήσω προς το επόμενο βιβλιό (ένα από αυτά είναι και το 49ο, του οποίου μία πρώτη μορφή έχω ανεβάσει και εδώ.
Ένα ακόμα κεφάλαιο, το οποίο αφηγείται τη θλιβερή ιστορία της Δρακοφωλιάς τα πρώτα χρόνια της εισβολής, θα το αφαιρέσω και όταν το ολοκληρώσω θα το ανεβάσω στο ιστολόγιο, όπως και μερικά ακόμα που αποσαφηνίζουν ορισμένα σημεία, αλλά δεν είναι και τόσο σημαντικά για την πλοκή. Αν υπάρχει συγκατάθεση από τον εκδοτικό οίκο, στο τέλος του τρίτου βιβλίου θα αναφέρεται η διεύθυνση εδώ, όπου θα μπορεί κάποιος να ανατρέξει ώστε να μάθει περισσότερα και να διαβάσει ίσως και μερικά παραμύθια που δεν θα δημοσιευτούν.
Ευτυχώς είχα μερικές καλές ιδέες για τη δομή του Κάτω Βασιλείου και τους κατοίκους του, αλλά καλύτερα να μην αποκαλύψω περισσότερα για αυτό. Σκέφτομαι πάντως να χρησιμοποιήσω έναν από τους κλασικούς χαρακτήρες παραμυθιών από τη Ρωσία, το μάγο Κοσέι. Θα έχω δηλαδή έναν χαρακτήρα που θα ονομάζεται ή Μάγος-Δαίμονας Κοσέι ή Μαγγανιστής-Δαίμονας Κοσέι. Για την ακριβεία είναι ένας χαρακτήρας ο οποίος έχει εμφανιστεί από το πρώτο βιβλίο, ο τρομερός πολεμιστής που εμφανίζεται στην Ένια στο ξέφωτο που πρωτοσυναντά τον Αλιόσκα και της επιτήθεται.
Επίσης ένα από τα σημαντικότερα διλήμματα που έχω είναι για τον υπότιτλο του βιβλίου. Μέχρι πριν λίγες μέρες είχα στο μυαλό μου μόνο το "Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα", το οποίο είναι μία φράση από το κείμενο της απόκρυφης περγαμηνής. Τώρα έχει αρχίσει να μου αρέσει περισσότερο και νομίζω είναι πιο ταιριαστός ο υπότιτλος που φύλαγα για το τέταρτο βιβλίο, δηλαδή το "Πολεμιστές Ορατών και Αοράτων". Η πρόθεσή μου γενικότερα είναι οι Αόρατες Δυνάμεις που κινούν νήματα και εμπλέκονται στα εγκόσμια κατά μεγάλο μέρος να αποσυρθούν πριν το τέταρτο βιβλίο. Υποθέτω θα πρέπει να το συζητήσω κάποια στιγμή με την επιμελήτριά μου.
Αυτά για την ώρα. Όταν δεν γράφω, επεξεργάζομαι μία ιδέα για κάτι που θέλω να γράψω όταν ολοκληρωθεί η τετραλογία του Βασιλείου της Αράχνης. Θα στηριχθώ σε ένα παλιότερο μου διήγημα με τίτλο Eq Muier, αλλά ακόμα το σχέδιο είναι σε εμβρυακή μορφή. Θα ήθελα σε ένα κεφάλαιο να συνεργαστώ με έναν συγγραφέα του φανταστικού από την Πολωνία, τον Andrzej Sapkowski, αλλά για την ώρα είναι δύσκολο να εξηγήσω πως ακριβώς θα γίνει.
Θα δούμε.
Θέλω και να κανονίσω μέσα στον Οκτώβριο παρουσιάσεις του Βασιλείου της Αράχνης σε Γιάννενα και Θεσσαλονίκη και είμαι σε αναζήτηση χώρων.
Περισσότερα σε λίγες μέρες, ίσως με ένα ακόμα απόσπασμα από το τρίτο βιβλίο.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

49ο Κεφάλαιο

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο, που περιγράφει πολλά και σημαντικά σχετικά με τα κίνητρα των εχθρών του Βασιλείου της Αράχνης. Εξηγεί τη συμμαχία ανάμεσα στα τελώνια και στους Πεδιανθρώπους, τα κίνητρα και την προέλευση αυτών των λαών. Νομίζω ότι ο αναγνώστης της σειράς θα ανακαλύψει σε αυτό το κεφάλαιο ενδιαφέροντα στοιχεία.
Δεν είναι, όμως διορθωμένο- είναι στην πρώτη μορφή, όπως το αντέγραψα απ' το τετράδιό μου στο word. Πιθανότατα να περιέχει λίγα spoilers για κάποιον που δεν έχει διαβάσει και το "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών".
Τέλος δεν έχω αποφασίσει αν θα πρέπει να βρίσκεται στο τέλος του τρίτου βιβλίου ή στην αρχή του τέταρτου.

Γενικά αυτό το διάστημα κάνω διορθώσεις στον τρίτο τόμο, τον οποίο έχω σχεδόν ολοκληρώσει. Ξεκαθαρίζονται πλέον πολλά ζητήματα και κλείνουν σχεδόν όλες οι ανοιχτές εκκρεμότητες, έτσι ώστε στον τελευταίο τόμο η ιστορία να ακολουθεί μία αφηγηματική ευθεία (ή μάλλον δύο παράλληλες ευθείες). Έχω επίσης την ιδέα, ο τελευταίος τόμος να είναι γραμμένος με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να διαβαστεί και από κάποιον που δεν έχει διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία της σειράς, αλλά αυτό μάλλον είναι εξαιρετικά δύσκολα.
Ίσως σε λίγο καιρό ανεβάσω και μερικά ακόμα αποσπάσματα. Δίνω το λόγο στο κείμενο.

(το copyright του κειμένου και των χαρακτήρων ανήκει στον Γιάννη Πλιώτα και στις εκδόσεις Λιβάνη)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49ο: Καναά

Sτη μέση της ερήμου Μοζουάρ, υψώνεται ένα τεράστιο κάστρο, φτιαγμένο από ξεχασμένους λαούς, άλλους απ’ αυτούς που το κατοικούν. Η ιστορία του κόσμου κάνει κύκλους και άλλοι που ήταν στην κορυφή, καταβαραθρώθηκαν και άλλοι που βρίσκονταν στο ναδίρ, εκτινάχθηκαν στο ζενίθ.

Αυτοί που ονομάζονται Πεδιάνθρωποι ή Νορθόαν στη γλώσσα τους, παλιότερα ήταν νομάδες και όργωναν με καμήλες την αμμουδένια θάλασσα, ταξίδευαν με άλογα στις στέπες δυτικά κι ανατολικά ή στις τούνδρες που απλώνονται εκεί που σμίγουν η Ανατολή με τη Δύση. Γιατί και στους δικούς τους χάρτες, τα σημεία του ορίζοντα αναφέρονται με τον ίδιο τρόπο που αναφέρονται και οι χάρτες των βουνίσιων. Και αυτή δεν είναι η μόνη ομοιότητά τους.

Οι πεδιάνθρωποι, στις παλιές μέρες, τότε που δεν μετρούσαν το χρόνο που περνάει με την άλωση της Καναά, ήταν χωρισμένοι σε εφτά μεγάλες φυλές, αφού εφτά ήταν κι ο ιερός αριθμός τους, που πίστευαν ότι μαζί με τα πολλαπλάσιά του είχε μαγικές δυνάμεις και μπορούσε να επικρατήσει έναντι κάθε άλλου αριθμού.

Ο αρχηγός κάθε φυλής ήταν άνθρωπος μεγάλης εξουσίας και έφερε τον τίτλο του Τσαρ από τη στιγμή που σκότωνε τον προκάτοχό του, ως και τη μέρα που πέθαινε. Το ποιοι ήταν από κάτω του στην πυραμίδα δεν έχει και τόση σημασία για να σας τους αναφέρω και να τους απομνημονεύσετε. Όλοι οι άνδρες στη φυλή θεωρούνταν εν δυνάμει πολεμιστές από τη στιγμή που θυμούνταν τους εαυτούς τους, ως τη στιγμή που πέθαιναν.

Κάποτε, λοιπόν, οι εφτά Τσαρ, ακολουθώντας τα σημάδια που διάβασαν σε μια σύνοδο πλανητών, αποφάσισαν να ενώσουν τους στρατούς τους, να διασχίσουν τη Μοζουάρ και να επιτεθούν στη μεγάλη πόλη, που κυβερνούσαν ως τότε οι παλιοί άνθρωποι. Για να πετύχουν στους σκοπούς τους, πρόσφεραν ένα γενναίο μερίδιο από τα λάφυρα στα τελώνια, για να έρθουν μαζί τους να πολεμήσουν και αυτή η σύμπραξη τότε, ονομάστηκε πρώτη συμμαχία.

Ο στρατός συγκεντρώθηκε κάτω απ’ το λιοπύρι και διέσχισε σε μια εβδομάδα την έρημο του Μοζουάρ, ώσπου να στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της Καναά, η οποία αν και δεν ήταν καλά οχυρωμένη, υπερασπιζόταν από ανθρώπους, που δεν ήταν διατεθειμένοι να απαρνηθούν εύκολα όσα είχαν αποκτήσει. Από ένα παιχνίδι της τύχης, ο στρατός των πεδιανθρώπων αριθμούσε περίπου πέντε φορές περισσότερους άνδρες απ’ τους αμυνόμενους, ακριβώς η αναλογία που δεν δίνει σημαντικό πλεονέκτημα σε κανέναν.

Σφοδρές μάχες ξέσπασαν και οι στρατιώτες της Καναά εκμεταλλεύτηκαν ένα τρομερό όπλο που είχαν εφεύρει για να σπέρνουν τον όλεθρο σε όποιον πλησίαζε τις βάσεις των τειχών. Στους προμαχώνες, μέρες και νύχτες έκαιγαν γιγαντιαίες πυρές, όπου έβραζαν ασταμάτητα καζάνια με άμμο. Όταν οι πεδιάνθρωποι επιτήθονταν, τότε τους έλουζαν ποτάμια από καυτή άμμο, κατακαίγοντας και σκοτώνοντάς τους.

Η πολιορκία τράβηξε σε μάκρος. Αγανακτισμένοι οι στρατηγοί των πεδιανθρώπων έβαλαν επί εφτά μέρες, μάγους και μάντεις να θυσιάζουν αγελάδες, κόκορες, τράγους, ταύρους, καμήλες και όταν τα μάγια τους δεν έφεραν αποτέλεσμα, θυσίασαν εφτά από αυτούς.

Άργησε να έρθει η μέρα, αλλά μέχρι τότε οι περισσότεροι πολιορκητές πέθαναν απ’ τη δίψα και οι περισσότεροι υπερασπιστές απ’ την πείνα. Συνέβη κάτι αναπάντεχο, που έγειρε οριστικά την πλάστιγγα της νίκης. Σύννεφα μαζεύτηκαν στον ορίζοντα πίσω απ’ τους αμμόλοφους και πύκνωσαν ακριβώς πάνω απ’ τους εκατόν είκοσι οχτώ, ασημοστόλιστους πύργους της πόλης. Για πρώτη φορά έπειτα από εφτά χρόνια, ξέσπασε μια καταρρακτώδης βροχή, που κράτησε εφτά μέρες. «Θεϊκή παρέμβαση», είπαν οι ευσεβείς, «έτσι ήτανε γραφτό», μεμψιμοίρησαν άλλοι, «τύχη του διαβόλου», αναφώνησαν οι άπιστοι.

Όποιο κι από αυτά να είχε συμβεί, η Καναά δεν άργησε να πέσει στα χέρια της συμμαχίας πεδιανθρώπων και τελωνίων. Όσοι απ’ τους αμυνόμενους μπορούσαν να σηκώσουν τα πόδια τους, ακολούθησαν ένα υπόγειο τούνελ διαφυγής και εξαφανίστηκαν, αφήνοντας στο έλεος του εχθρού τις πατρογονικές τους εστίες.

Αφού χόρτασαν οι φωτιές και οι στρατιώτες κόρεσαν τις ορμές και τις λαχτάρες τους, τέθηκε το ζήτημα του μοιράσματος των περιοχών, τόσο της πόλης, όσο και των χωριών που βρίσκονταν στην περιοχή. Κατέστη προφανές, ότι οι πεδιάνθρωποι θέλανε η πόλη να διοικείται από πεδιανθρώπους και ότι τα τελώνια θέλανε η πόλη να διαφεντεύεται από τελώνια.

Αρχικά οι δύο πλευρές ανταλλάξανε επιχειρήματα σαν κόσμιοι και πολιτισμένοι κατακτητές. Ακολούθησε η ανταλλαγή φωνών, οι φωνές τυλίχθηκαν με ύβρεις και το κακό ήταν αναπόφευκτο. Οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι, σύντροφοι και συμπολεμιστές, ενώ τα ερείπια της Καναά ακόμα κάπνιζαν, τράβηξαν σπαθιά ο ένας στον άλλον. Λόγχες εκτοξεύτηκαν με μεγαλύτερο μένος απ’ ότι ενάντια στους υπερασπιστές και τσεκούρια χώρισαν με φούρια μέλη από σώματα.

Νικητές σε αυτή τη μάχη αναδείχθηκαν οι Πεδιάνθρωποι, γιατί παρότι τα τελώνια ήταν πολυάριθμα, συνήθως δεν πολεμάνε με τάξη και προτιμούν να αντιμετωπίζουν τον εχθρό σε μέρη που έχουν τακτικό και αριθμητικό πλεονέκτημα. Αντίθετα οι οπλίτες των πεδιανθρώπων, από τότε ακόμα, φορούσαν βαριές πανοπλίες και είχαν ευκίνητους ιπποτοξότες, εκπαιδευμένους να βρίσκουν το στόχο τους κι απ’ τη σέλα του αλόγου.

Τα τελώνια τελικά υποχώρησαν, σέρνοντας μαζί τους θησαυρούς κι αιχμαλώτους, αλλά έχοντας διωχθεί απ’ την πόλη και φυτεύοντας βαθιά μέσα τους την πίκρα της δυστυχίας. Ορκίστηκαν ότι μία μέρα θα εκδικούνταν τα ασκέρια των νομάδων, αλλά καθώς δεν ήταν να τα εμπιστεύεσαι σε τέτοια ζητήματα, ποτέ δεν εκπλήρωσαν τον όρκο τους μέχρι και τις μέρες μας.

Οι Πεδιάνθρωποι οργανώθηκαν. Ξανάχτισαν τις συνοικίες που είχαν ισοπεδώσει, αναγνώρισαν στις εικόνες των ναών θεούς όμοιους με τους δικούς τους και για πρώτη φορά στην ιστορία τους, αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε έναν τόπο μόνιμα, τον οποίο όρισαν για χώρα και πατρίδα τους. Ως τότε αγωνιούσαν κάθε χρόνο να κυνηγήσουν αρκετά για να θρέψουν τη φυλή τους, να σχεδιάζουν τις μεταναστεύσεις τους ανάλογα με τις μεταναστεύσεις των άγριων θηραμάτων, να στήνουν τις σκηνές τους γύρω από τα πηγάδια της στέπας και να μην περνούν πολλές νύχτες δίπλα στο απέραντο νερό, γιατί κινδύνευαν από τα κυανά πλάσματα που φορούσαν λέπια και αγκάθια.

Γενιές επί γενεών παρήλθαν, οι νέες δομές της κοινωνίας τους σταθεροποιήθηκαν, το ίδιο η γλώσσα και η θρησκεία τους. Άλλαξαν τους παλιούς θεούς με έναν νέο, που ταίριαζε περισσότερο στις μορφές τους και μπορούσαν να τον πλησιάσουν ευκολότερα στα όνειρα και τις προσευχές τους. Οι οάσεις μέσα στην πόλη έμοιαζαν αστείρευτες, μάντρωσαν μεγάλα κοπάδια με ζώα και ανακάλυψαν πολλούς θησαυρούς που έκρυβε η έρημος. Παράξενα ντυμένα έμποροι, ακολουθούσαν δρόμους απ’ τις άκρες του κόσμου και επισκέπτονταν την Καναά για να πάρουν και να δώσουν αγαθά.

Η χώρα των πεδιανθρώπων αναπτύχθηκε, αλλά όπως διαφάνηκε, περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει. Στην αρχή εμφανίστηκαν σπίτια με πατώματα το ένα πάνω στο άλλο κι έπειτα πρόχειρες πλινθόκτιστες χαμοκέλες, επεκτάθηκαν έξω από τα τείχη. Οι κάτοικοι ασφυκτιούσαν απ’ τις ανάσες των διπλανών τους και οι λιγοστές καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν έφταναν να δώσουν δουλειά σε όλους. Ψίθυροι αγανάκτησης.

Καθώς η κατάσταση χειροτέρευε και οι δρόμοι γέμιζαν με ρακένδυτους ζητιάνους, οι ψίθυροι σιγά σιγά μετουσιώνονταν σε φωνές διαμαρτυρίας. Μισότρελοι πεινασμένοι φύτρωσαν στα σταυροδρόμια κηρύττοντας τις αξίες των προηγούμενων θεών και μεταλαμπαδεύοντας τη ζέση των λόγων τους. Η Καναά για μία ακόμα φορά παραδινόταν στις φλόγες, αλλά αυτή τη φορά οι φλόγες ήταν διαφορετικές, πνευματικές. Ένας νέος πόλεμος θα ετοιμαζόταν.

Δεν είναι γνωστό το πως και πότε οι εφτά Τσαρ πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του βασιλείου των βουνών και την ευρωστία του. Ήταν η ιδανική περίπτωση όχι μόνο για να αποκομίσουν νέα πλούτη, αλλά και για να ξαποστείλουν απ’ την Καναά, όλους τους κουρελήδες, που άγονταν και φέρονταν από επαναστατικά φιρμάνια.

Ενόσω κατάσκοποι στάλθηκαν να συλλέξουν λεπτομέρειες και να παρεισφρήσουν στην ιεραρχία του βασιλείου, οι Τσαρ ενθάρρυναν τους φτωχοδιαβόλους και άρχισαν να υπόσχονται τον ερχομό μίας νέας εποχής ακμής, που θα ξεκινούσε απ’ τις στάχτες που θα άφηνε ένας νέος πόλεμος. Υποδαυλίζοντας λησμονημένα μίση, θύμισαν στο λαό, ότι οι αρχαίοι πρόγονοί τους, είχαν σφαχτεί απ’ τους πρώτους κατοίκους της Καναά και τώρα όχι μόνο δεν είχε σβηστεί η φάρα τους, αλλά τα απομεινάρια της είχαν ιδρύσει ένα νέο βασίλειο. Είχαν διαλέξει τα βουνά για να είναι πιο κοντά στους θεούς και ευημερούσαν σε βάρος των υπολοίπων λαών του κόσμου.

Για να ενισχύσουν την εκστρατεία τους, προσέγγισαν ξανά τα τελώνια, τα οποία έμεναν ίδια κι απαράλλαχτα στο πέρασμα των αιώνων. Αφού τους υποσχέθηκαν δέκα φορές περισσότερα αξιώματα, εκατό φορές περισσότερα πλούτη και χίλιες φορές περισσότερους αιχμαλώτους, έπεισαν τους αρχηγούς τους να συνδράμουν την εκστρατεία. Ορδές ατάκτων, μονάδες εμπροσθοφυλακής, τάγματα παλουκωτών και τερατώδη υποζύγια, τέθηκαν στη διάθεση των Τσαρ.

Ο καιρός περνούσε κι ο κάθε χρόνος κυνηγούσε τον προηγούμενο , ώσπου ωρίμασαν οι συνθήκες. Μια τεράστια στρατιά, που στηριζόταν στην πρωτόγονη κι ωμή δύναμη των μαζών, καθώς και στις υποτιθέμενες γητείες των ιερέων και των μυστών που τη συνόδευαν, κίνησε απ’ την Καναά για να εισβάλει στα βουνά που οι ενενήντα εννιά στους εκατό, είχαν μόνο ακουστά από περιγραφές.

Μαζί τους έσερναν κοπάδια, κάρα με πολεμικά εφόδια και ένα μάτσο από ραβδοσκόπους που θα εξασφάλιζαν επαρκή αποθέματα νερού, κατά τη μακριά πορεία τους. Πίσω απ’ όλα αυτά ακολουθούσε ένα ασυμμάζευτο μπουλούκι από νεκροσκόπους, ελεεινές γυναίκες, πραματευτές και οπιοπώλες.

Κανείς δεν είχε μετρήσει με ακρίβεια πόσες λεύγες βραχώδων πεδιάδων, άγριας ερήμου και άνυδρης στέπας έπρεπε να αφήσουν πίσω τους για να φτάσουν ως τους πρόποδες των βουνών. Ήξεραν μόνο ότι έπρεπε να ταξιδέψουν ως εκεί που φτάνει το μάτι και από εκεί να κάνουν κουράγιο για να φτάσουν εκεί που φτάνει το μάτι.

Πρόσκοποι των τελωνίων προπορεύονταν τρεις μέρες του κυρίως όγκου του στρατού για να ανιχνεύουν και να διασφαλίζουν ότι δεν θα συναντούσαν παρατηρητές του βασιλείου ή ανθρώπους που θα μπορούσαν να μαρτυρήσουν τα σχέδιά τους. Επιπλέον δική τους δουλειά ήταν να ειδοποιήσουν τους συνδέσμους των Τσαρ στο βασίλειο ότι πλησίαζε η ώρα της εισβολής. Αυτοί οι πρόσκοποι, όταν με δέος αντίκρισαν τα πρώτα υψώματα και τα πρώτα πυκνά δάση, έπεσαν στα γόνατα και προσευχήθηκαν με λυγμούς στον Γκάργκας, τον πολεμικό θεό τους και μετά έκοψαν δέντρα για τους πρώτους καταπέλτες.

Σύμφωνα με το σχέδιο και με την καθοδήγηση μυστικών χαρτών, η στρατιά των εισβολέων παρατάχθηκε βουβή μπροστά απ’ τα τείχη του Δοντιού του Δράκου. Για έξι μέρες, οι ζητιάνοι που είχαν ντυθεί στρατιώτες και είχαν εκπαιδευθεί πρόχειρα κατά τη διάρκεια της πορείας, μόλις και μετά βίας συγκρατούνταν απ’ τα μαστίγια των αφεντάδων τους για να μην ξεχυθούν προς τα τείχη. Τελικά η υπομονή τους απέδωσε και την έβδομη μέρα η επίθεσή τους ξεκίνησε έναν πολυετή και αιματηρό πόλεμο. Αστραπιαία επιτέθηκαν και στην κοντινότερη πόλη, τον Ιστό και τα υπόλοιπα πέρασαν στην ιστορία.

Μα πίσω απ’ όλους αυτούς, υπήρχαν και άλλα χέρια που βούτηξαν τα δάχτυλά τους στο αίμα…

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Μετά την παρουσίαση


Η παρουσίαση ήταν τέλεια, ξεπέρασε κατά πολύ κάθε προσδοκία μου. Τα περισσότερα συγχαρητήρια αξίζει ο Τηλέμαχος. Όσα είπε ήταν ακριβώς όσα θα έλεγα κι εγώ, ενώ η μουσική που διάλεξε για την ανάγνωση των αποσπασμάτων ήταν μαγευτική.
Ευχαριστώ όλους τους φίλους που ανταποκρίθηκαν συντροφεύοντας τον Αλιόσκα σε ένα κομμάτι του ταξιδιού του.
Η φωτογραφία είναι λίγο μετά την παρουσίαση. Προσέξτε τις εκφράσεις γύρω μου.

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Πρόσκληση για την παρουσίαση στην Πάτρα


Από χθες το πρωί, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου της Πάτρας υπάρχουν προσκλήσεις για την παρουσίαση των δύο πρώτων βιβλίων του "Βασιλείου της Αράχνης", στις 26 του μηνός.
Ανεβάζω την πρόσκληση για όποιον δεν την πάρει στα χέρια του.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Το Βασίλειο της Αράχνης ΙΙ


Σήμερα το πρωί κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος του Βασιλείου της Αράχνης.
Το εξαιρετικό εξώφυλλο είναι φυσικά του Γιώργου Δημητρίου και η επιμέλεια της κυρίας Ανθής Ροδοπούλου.

Λίγα λόγια απ' το οπισθόφυλλο:

"Αψηφώντας κάθε κίνδυνο, ο Αλιόσκα φτάνει στον Ανατολικό Πύργο, για να δει τον κόσμο να αλλάζει μορφή γύρω του μέσα σε λίγες μόνο μέρες. Η περγαμηνή ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, αλλά τα λόγια πάνω της είναι δεμένα με αφανή τεχνάσματα. Ο πόλεμος βασανίζει τους ανθρώπους και τους κάνει σκληρούς, ενώ ο μισότρελος βασιλιάς του Ανατολικού Πύργου παίρνει αμφιλεγόμενες για το μέλλον της πόλης αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια μιας ανελέητης πολιορκίας, το παρελθόν αρχίζει να ξεσκεπάζει τα καλά κρυμμένα μυστικά του και τελικά οι ήρωες ανακαλύπτουν ότι, προκειμένου να σωθούν, θα πρέπει να προδώσουν όχι μόνο συντρόφους και ιδανικά, αλλά και τους βαρύτερους όρκους που έχουν δώσει..."

Και ένα μικρό απόσπασμα:

«Ο χρόνος λιγόστευε. Δεν κυλούσε πλέον όπως το ρετσίνι στον κορμό του πεύκου, αλλά όπως το μανιασμένο νερό στον καταρράκτη. Πέρα μακριά, στη μεγάλη ανατολική πόλη των ανθρώπων, εκεί όπου οι κορυφές των βουνών συναντούν τον ουρανό, πορφυρές αντανακλάσεις έβαφαν τα σύννεφα. Έπρεπε τώρα αρχαίοι σύμμαχοι να αφυπνιστούν, να αλλάξουν τις μορφές τους, να βγουν απ’ τις κρυψώνες τους στα βάθη των σπηλαίων και να πολεμήσουν ξανά απέναντι στον τρομερό εχθρό, που πριν από εκατόν είκοσι εφτά χρόνια είχε περάσει απ’ το πηγάδι και είχε έρθει στην επιφάνεια αυτού του κόσμου.»

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Παρουσίαση στην Πάτρα- update

Για το βιβλίο θα μιλήσει ο φίλος μου και ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας και αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η καλή μου φίλη Δήμητρα Δερμιτζάκη. Τον συντονισμό θα αναλάβει ο δημοσιογράφος Διονύσης Ζακυνθινός.
Τους ευχαριστώ θερμότατα, όπως και την υπεύθυνη του βιβλιοπωλείου Παπασωτηρίου εδώ στην Πάτρα, την κυρία Μαντά για την καλή διάθεση να με βοηθήσει.
Όσοι είστε friends στο facebook πιθανότατα θα έχετε δει την πρόσκληση, ενώ μέσα στην εβδομάδα θα ανεβάσω και την ηλεκτρονική πρόσκληση.
Η κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου θα καθυστερήσει για μερικές μέρες, ενώ ελπίζω μέχρι το τέλος της επόμενης εβδομάδας να έχω βάλει και την τελευταία τελεία στο 3ο βιβλίο. Στις διακοπές του Πάσχα είχα την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς φίλους και γνωστούς που διάβασαν το βιβλίο και να σημειώσω τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Παρουσίαση στην Πάτρα

Επόμενη παρουσίαση του Βασιλείου της Αράχνης, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου της Πάτρας.
Θα γίνει τη Δευτέρα 26 Μαίου, στις 8 μ.μ.
Περισσότερες λεπτομέρειες θα ανεβάσω τις επόμενες μέρες.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Trailer στο youtube

Το trailer που ετοίμασαν οι εκδόσεις Λιβάνη για το Βασίλειο της Αράχνης, βρίσκεται από σήμερα στο youtube και συγκεκριμένα στη διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=zX1ML79sxCs

Πολύ σύντομα θα έχω και νέα για την επόμενη παρουσίαση του βιβλίου.
Εκτός απροόπτου θα πραγματοποιηθεί τέλη του επόμενου μήνα στον Παπασωτηρίου της Πάτρας.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Μέχρι τον επίλογο

Συνεχίζω να γράφω διάφορα κεφάλαια για το τρίτο βιβλίο, αλλά χωρίς καμία ιδιαίτερη σειρά.
Έχω φτιάξει έναν σκελετό για το ποια κεφάλαια αποτελούν το βιβλίο και επιγραμματικά σε τι αναφέρεται το καθένα.
Όποτε έχω διάθεση γράφω σε τετράδιο ένα κεφάλαιο που διαλέγω. Όταν δεν έχω πολύ όρεξη, περνάω τα χειρόγραφα στο word. Πιστεύω ότι όταν θα έχω τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου θα έχει γραφτεί με αυτή τη μέθοδο, κάτι που δεν είχα ακολουθήσει στα προηγούμενα.
Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο περίπου μεγάλο θα είναι το "Τέχνασμα Δεμένο με άλλο Τέχνασμα". Ίσως κάπου ανάμεσα στις 60 και 70 χιλιάδες λέξεις και 17-18 κεφάλαια. Ίσως και λίγο μεγαλύτερο. Ελπίζω να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα Μαίου ή και νωρίτερα.
Πάντως χθες έγραψα τον επίλογο, στον οποίο επιστρέφει μία γνώριμη μορφή από το πρώτο βιβλίο. Συγκεκριμένα ο Γκασπάρ με το τρομερό όπλο του, ένα σιδερένιο γάντι που έχει κολλημένα πάνω του τα δόντια ενός λυκαρχηγού. Η μυστηριώδης μορφή του, αποδεικνύεται κακόβουλη και επιζητεί να βλάψει τον Αλιόσκα, καθώς θυμάται κάτι που αστόχαστα του είχε υποσχεθεί ο νεαρός αγγελιοφόρος. Όπως θα μπορούσε να μαντέψει κάποιος που έχει διαβάσει την "Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες", στο τέταρτο βιβλίο θα υπάρχει ένα κεφάλαιο με τίτλο "Απρόσμενος Εχθρός".

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Πάτρα-Βιβλιοπωλεία

Να ευχαριστήσω και τα βιβλιοπωλεία εδώ στην Πάτρα, που φιλοξενούν αυτές τις μέρες στις βιτρίνες τους το "Βασίλειο της Αράχνης". Πιο συγκεκριμένα το Lexis, τη Γωνιά του Βιβλίου, την Πρωτοπορία, το Μεθενίτη και το Ρούμπυ.
Ελπίζω να μην ξεχνάω κάποιο.

Edit: Ήρθα την Κυριακή στα Γιάννενα και με χαρά είδα πολλά βιβλιοπωλεία να φιλοξενούν επίσης στις βιτρίνες τους το "Βασίλειο της Αράχνης". Παπασωτηρίου, Αναγνώστης, Δωδώνη (28ης Οκτωβρίου), Χαρτέξ, Εν Πλω, Λυγούρας. Ελπίζω και πάλι να μην ξεχνάω κάποιο.





Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

Μετά την παρουσίαση

Η παρουσίαση του βιβλίου νομίζω πήγε πολύ καλά. Δεν φαντάζεστε πόσο αγχωμένος ήμουν, αλλά κατάφερα να πω κι εγώ δυο κουβέντες, εκτός απ' την Ευθυμία*, το Μιχάλη και την Κιάρα που μίλησαν για την "Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες".
Είδα πάρα πολλά αγαπημένα πρόσωπα, που με συγκίνησαν με την παρουσία τους, αλλά και φίλους που ταξίδεψαν από μακριά. Ο χώρος εκδηλώσεων του Cube γέμισε σχεδόν ασφυκτικά και ελπίζω να ευχαριστήθηκαν όλοι όσοι ήταν εκεί.
Είχα τη χαρά μεταξύ άλλων να γνωρίσω και το Γιώργο Δημητρίου, τον εικονογράφο των εξωφύλλων, αλλά και πολλούς φίλους που ήξερα μόνο ως avatars από το sff.gr
Νομίζω το επόμενο ραντεβού, εκτός απροόπτου, θα είναι στην Πάτρα μετά το Πάσχα, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου.
Για την ώρα περνάω χειρόγραφες σημειώσεις για το τρίτο και το τέταρτο βιβλίο από το τετράδιό μου στο word και περιμένω με αγωνία την κυκλοφορία του "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών" την επόμενη εβδομάδα. Αυτές τις μέρες o εκδοτικός οίκος ετοιμάζει επίσης και ένα διαφημιστικό video το οποιό θα αναρτηθεί στο youtube. Περισσότερα σε λίγες μέρες.
Επίσης σε κάποια απ' τις επόμενες μέρες θα γράψω και μερικά επεξηγηματικά σχόλια για ένα-δύο από τα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου.

*Αν θέλετε να διαβάσετε όλα όσα είπε η Ευθυμία για το Βασίλειο της Αράχνης, μπορείτε να ανατρέξετε στη σχετική ανάρτηση της στο "βιβλίο των συμβάντων": http://readingthebookofdeeds.blogspot.com/2008/04/blog-post_12.html

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Αποσπάσματα

Δύο μικρά αποσπάσματα από το δεύτερο βιβλίο. Το πρώτο από αυτά έχει μπει στα αυτάκια του βιβλίου και προέρχεται από ένα από τα τελευταία και πιο σημαντικά κεφάλαια. Σε αυτό δίνονται πολλά στοιχεία για την εξέλιξη της ιστορίας στο τρίτο βιβλίο:

"...Ο χρόνος λιγόστευε. Δεν κυλούσε πλέον όπως το ρετσίνι στον κορμό του πεύκου, αλλά όπως το μανιασμένο νερό στον καταρράκτη. Πέρα μακριά, στη μεγάλη ανατολική πόλη των ανθρώπων, εκεί όπου οι κορυφές των βουνών συναντούσαν τον ουρανό, πορφυρές αντανακλάσεις έβαφαν τα σύννεφα. Έπρεπε τώρα αρχαίοι σύμμαχοι να αφυπνιστούν, να αλλάξουν τις μορφές τους, να βγουν απ’ τις κρυψώνες τους στα βάθη των σπηλαίων και να πολεμήσουν ξανά απέναντι στον τρομερό εχθρό, που πριν από εκατόν είκοσι εφτά χρόνια είχε περάσει απ’ το πηγάδι και είχε έρθει στην επιφάνεια αυτού του κόσμου..."


Το δεύτερο απόσπασμα, πάλι βρίσκεται κοντά στο τέλος του βιβλίου και περιγράφει τις στιγμές πριν από μία κρίσιμη μάχη.


"...Το σιδερένιο φανάρι που κρεμόταν στην οροφή, είκοσι πόδια πάνω απ’ τα κεφάλια τους, ταλαντεύτηκε βίαια σαν εκκρεμές, ενώ πέτρες και σκόνη έπεσαν στις περικεφαλαίες των αντρών, που ήδη ένιωθαν το κουράγιο τους να φυλλορροεί. Στους τοίχους γύρω τους, ξετυλίχτηκαν σαν φίδια δεκάδες ρωγμές. Καθώς επικρατούσε ξανά μια αφύσικη ηρεμία, οι στρατιώτες προσπαθούσαν να μαντέψουν αν ο εχθρός επιτίθετο στην πόλη ή αν απαντούσε με τυφλές βολές στον αντιπερισπασμό του Μέγα Στρατηγού. Η ατμόσφαιρα είχε κάτι απ’ τη νηνεμία πριν την κατακλυσμιαία καταιγίδα. Υπήρχαν άτομα που έπαιρναν μέρος σ’ εκείνη την αποστολή για τους δικούς τους, ενδόμυχους λόγους και κάποια απλώς επειδή είχαν γεννηθεί με την εξουσία άλλων να διαφεντεύει τη ζωή τους. Καθώς, όμως, το τέλος πλησίαζε, οι σκέψεις των περισσότερων ενώνονταν κάτω απ’ τη φιλόξενη και παρήγορη σκέπη του Θεού..."


Οριστικό εξώφυλλο 2ου βιβλίου

Σήμερα το μεσημέρι ολοκληρώθηκε το στήσιμο απ' το εξώφυλλο του δεύτερου βιβλίου της σειράς. Το "Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των νεκρών" κυκλοφορεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο φυσικά είναι έργα του Γιώργου Δημητρίου. Νομίζω είναι εκπληκτικά, ελπίζω το περιεχόμενο να είναι και αντάξιό τους.


















Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο οπισθόφυλλο:


Αψηφώντας χίλιους κινδύνους ο Αλιόσκα φτάνει στον Ανατολικό Πύργο για να δει μέσα σε λίγες μέρες τον κόσμο να αλλάζει μορφή γύρω του. Η περγαμηνή ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, αλλά τα λόγια πάνω της είναι δεμένα με αφανή τεχνάσματα. Ο πόλεμος βασανίζει τους ανθρώπους και τους κάνει σκληρούς, ενώ ο μισότρελος βασιλιάς του Ανατολικού Πύργου παίρνει αμφιλεγόμενες για το μέλλον της πόλης αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια μιας ανελέητης πολιορκίας το παρελθόν αρχίζει να ξεσκεπάζει τα καλά κρυμμένα μυστικά του και τελικά οι ήρωες ανακαλύπτουν ότι προκειμένου να σωθούν, θα πρέπει να προδώσουν όχι μόνο συντρόφους και ιδανικά, αλλά και τους βαρύτερους όρκους που έχουν πάρει.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Απόσπασμα

Ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου. Όπως σε κάθε κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου, παίζει σημαντικό ρόλο το πρώτο γράμμα του τίτλου.
Αυτό το κεφάλαιο ήταν και αυτό που πρωτοέγραψα ξεκινώντας το "Βασίλειο της Αράχνης". Διαδραματίζεται στις πρώτες μέρες του πολυετούς πολέμου και ενώ το Δρακοδόντι πέφτει έπειτα από προδοσία στα χέρια των Πεδιανθρώπων. Το χρησιμοποίησα περισσότερα για να δημιουργήσω ατμόσφαιρα και να εισάγω τον αναγνώστη στον άγνωστο κόσμο της οροσειράς Ντραγκούτ. Πάντως όσα αναφέρονται εδώ, παίζουν σημαντικό ρόλο πολύ αργότερα στην αφήγηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Παρελθόν

Εξήντα τρία χρόνια πριν από σήμερα

ΕΝΑ ΘΛΙΒΕΡΟ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ. Τα άλογα της συντροφιάς ήταν από νωρίς ανήσυχα και τρομαγμένα. Και κουρασμένα, γιατί σε μισή σχεδόν μέρα είχαν διανύσει μια πολύ δύσκολη ανηφορική διαδρομή, μέσ’ από θάμνους, δάση και απόκρημνους, επικίνδυνους και άγνωστους δρόμους. Ο οδηγός που προχωρούσε μπροστά, αν και χρόνια περιδιάβαζε τα βουνά της περιοχής, άλλοτε σταματούσε αβέβαιος, άλλοτε έψαχνε γνώριμα σημάδια και άλλοτε ομολογούσε ότι είχε κάνει λάθος, και οι καβαλάρηδες επέστρεφαν σε ένα σημείο που είχαν αφήσει πίσω τους από ώρα. Το μεσημέρι, μέσα στην πυκνή βλάστηση, αντιλήφθηκαν λύκους ή άλλα αγρίμια να τους ακολουθούν από μικρή απόσταση, αλλά έπειτα από λίγη ώρα τα παράτησαν, είτε γιατί κουράστηκαν είτε γιατί φοβήθηκαν.

Αν και το φως της μέρας ακόμα σκορπιζόταν γύρω, οι πυρσοί που προνόησαν να ανάψουν δύο από τους στρατιώτες έφεραν αποτέλεσμα, φοβίζοντας τα άγρια ζώα, ενώ ένας τοξότης έριξε και μερικά βέλη στα τυφλά, καβάλα στο άλογό του. Ίσως κάποια άλλη φορά κάτι τέτοιο να είχε θεωρηθεί αστόχαστη σπατάλη, μια και δε θα πήγαινε ποτέ να γυρέψει τα καλοζυγισμένα και ακριβά βέλη του, αλλά εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν έμοιαζε να έχει σημασία. Ο νεαρός τοξότης κοίταξε λυπημένος τη φαρέτρα του. Του είχαν απομείνει μόνο τρία βέλη…

Συνέχισαν την ανάβαση χωρίς να σταματήσουν, έστω και λίγο, για να ξαποστάσουν. Τα μέλη των καβαλάρηδων είχαν κρεμάσει απ’ την εξάντληση, τα πόδια των αλόγων σέρνονταν πια στο στρώμα των ξερών φύλλων των βελανιδιών, που κάλυπτε το έδαφος σ’ εκείνο το μελαγχολικό και ήσυχο μέρος. Οι μόνοι θόρυβοι που τάραζαν την απογευματινή ηρεμία ήταν ο κρότος που ακουγόταν όταν τα πέταλα χτυπούσαν σε κάποια πέτρα και η κλαγγή των όπλων που αναπηδούσαν δεμένα στις σέλες των αλόγων. Όλη η φύση σιωπούσε, σαν να αφουγκραζόταν τα παράξενα νέα από τον κόσμο των ανθρώπων και να συμμεριζόταν την αδιόρατη θλίψη και τον πόνο που πλανιούνταν στην ατμόσφαιρα.

Η συντροφιά των ανθρώπων επιστράτευσε δυνάμεις που είχε κρυμμένες για καταστάσεις σαν αυτή και ανέβηκε κι άλλο, ώσπου περισσότερος ουρανός ήταν από κάτω τους, παρά από πάνω τους. Το τοπίο είχε πάρει τώρα διαφορετική μορφή, ακόμα πιο μελαγχολική και πένθιμη, σαν να ήταν το πεδίο μιας φανταστικής μάχης. Περνούσαν βράχια σπαρμένα στην πλαγιά του βουνού, που έμοιαζαν με ξεθαμμένα κόκαλα της γης, σαπισμένους κορμούς αιωνόβιων δέντρων, που κείτονταν σαν πεθαμένοι πολεμιστές, και ξεχασμένα μονοπάτια, που είχαν σβηστεί από το χώμα και από τις μνήμες εκείνων που τα είχαν χαράξει.

Ώσπου τελικά έφτασαν εκεί. Ήταν ένα φυσικό σκαλοπάτι, μια προεξοχή του βουνού, ένα παρατηρητήριο που όμοιό του δε θα μπορούσε να φανταστεί ανθρώπου νους και που στεκόταν χιλιάδες χρόνια ακλόνητο στην ίδια θέση. Σχηματιζόταν κυριολεκτικά στο χείλος ενός γκρεμού, όχι μεγαλύτερο από είκοσι πόδια σε μήκος και μόλις δέκα σε πλάτος, σαν μια πέτρινη γλώσσα που ξεπρόβαλλε χλευαστικά απ’ τα πετρώματα. Σε όποιον φοβόταν τα ύψη, έδινε την ψευδαίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή θα ράγιζε και θα κατέρρεε, ενώ από κάτω ακριβώς ανοιγόταν το απόλυτο χάος, ένα χάσμα που θα έπαιρνε την ανάσα οποιουδήποτε…

«…Και οποιοσδήποτε κοιτάξει, η ανάσα του αυτή θα είναι η έσχατη, εκτός αν το πρώτο πόδι της Αραχνίδας έχει γίνει βορά της μεγάλης πυράς. Τότε αυτός που θα έχει κοιτάξει θα νιώσει την ορμή της φλόγας να μπαίνει μέσα του όπως μπαίνει ο αέρας, σειρές από φολίδες θα σκεπάσουν το κορμί του απ’ τις φτέρνες ως την κεφαλή και η δύναμή του θα μεγαλώσει χίλιες φορές και άλλες τόσες», ολοκλήρωσε ο Λόγιος, προφέροντας πιο αργά την τελευταία φράση, σαν να απαλλασσόταν από ένα βαρύ φορτίο που ήταν καταδικασμένος να κουβαλάει για καιρό. Ο πάπυρος που κρατούσε στα χέρια του έτρεμε, η γλώσσα του είχε δεθεί κόμπος και οι λέξεις σχηματίζονταν δύσκολα. Αν η έκφρασή του μαρτυρούσε ικανοποίηση ή απογοήτευση, το γνώριζε μόνο εκείνος και ο Θεός στον οποίο πίστευε.

Η συντροφιά είχε σταματήσει λίγο μακρύτερα απ’ το χείλος του γκρεμού και οι περισσότεροι είχαν ξεπεζέψει μετά την κοπιαστική πορεία. Ο μόνος που είχε μείνει πάνω στο άλογο του ήταν ο Ιάκωβος, ο τοξότης της ομάδας και ο νεαρότερος απ’ όλους όσοι είχαν την τύχη ή την ατυχία να βρίσκονται εκεί χωρίς να το έχουν επιλέξει, την αποφράδα εκείνη μέρα. Μέσα στο χαλασμό της μάχης, ο Αξιωματικός τον είχε τραβήξει κοντά του και τον είχε διατάξει να τον ακολουθήσει μέσα από ένα μυστικό πέρασμα, για να βγουν έξω από τα τείχη. Στην αντίθετη πλευρά απ’ όπου είχε εισβάλει αναπάντεχα ο εχθρός, τους περίμεναν ο ίδιος ο Άρχοντας, ο σύμβουλός του ο Λόγιος, μερικοί στρατιώτες, εφόδια, εξοπλισμός και γερά άλογα για να τους οδηγήσουν μακριά από την πόλη, αλλά, όπως δεν άργησε να αντιληφθεί, μακριά κι απ’ τη σωτηρία.

Στην αρχή είχε πιστέψει ότι ήταν απλώς μέλος μιας ομάδας δειλών στρατιωτών, που την τελευταία στιγμή –και ενώ στην πόλη οι σύντροφοί τους πολεμούσαν ακόμα– το έσκασαν υπό τις οδηγίες του αντάξιου Άρχοντά τους, για να σώσουν την «πολύτιμη» ζωή τους. Η σκέψη ότι είχαν ιερό καθήκον να ειδοποιήσουν το ταχύτερο δυνατό την κοντινότερη πόλη κάπως ξαλάφρωνε τη συνείδησή του, όμως η κατεύθυνση που ακολούθησαν δεν του άφηνε πλέον περιθώρια για αμφιβολίες. Η συγκυρία τον είχε οδηγήσει σε διαφορετικά μονοπάτια από αυτά που είχε ονειρευτεί μικρός να ακολουθήσει. Ο Ιάκωβος προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι όφειλε υποταγή στους ανωτέρους του, αλλά μάταια πάλεψε να ξεγελάσει μέσα του ένα αίσθημα ενοχής.

Παρόλο που του είχαν απομείνει μόνο τρία βέλη στη φαρέτρα και δε χειριζόταν με πολλή επιδεξιότητα το καλογυαλισμένο εγχειρίδιό του, είχε συνέχεια το νου του για οποιαδήποτε απειλή μπορούσε να εμφανιστεί από τα βράχια γύρω τους. Το ατίθασο, νεαρό άλογό του γύριζε νευρικά γύρω απ’ τον εαυτό του, χλιμιντρίζοντας και κάνοντας να χτυπούν μεταξύ τους τα δύο καλοφτιαγμένα τόξα που είχε περασμένα στη σέλα του ο Ιάκωβος: το ένα για μακρινές αποστάσεις, που του το είχε χαρίσει ο πατέρας του, και το άλλο για κοντινές, δώρο του αδερφού του. Είχαν καταφέρει, άραγε, να γλιτώσουν απ’ το χαμό; Τι είχε γράψει η μοίρα στο βιβλίο της γι’ αυτούς;

Οι υπόλοιποι, φαινομενικά απαλλαγμένοι από κάθε βασανιστική σκέψη για όσα είχαν αφήσει πίσω, καθώς ο ήλιος άρχιζε να πέφτει, έμοιαζαν σαν να βρίσκονται σε μια ιδιότυπη θεατρική σκηνή, υποβλητικά φωτισμένη από τα βελούδινα χρώματα του δειλινού. Για τους περισσότερους, αυτό θα ήταν και το τελευταίο δειλινό της ζωής τους.

Ο Άρχοντας, ο Λόγιος, ο Αξιωματικός και οι πέντε στρατιώτες, έχοντας σχηματίσει κύκλο, υποδύονταν τους ρόλους που είχε γράψει η μοίρα γι’ αυτούς. Το βαρύ οπλισμό, τα σπαθιά, τις ασπίδες, τα τσεκούρια και τις βαλλίστρες τα είχαν αφήσει στ’ άλογά τους λίγο πιο μακριά, εκεί όπου βρισκόταν ο Ιάκωβος. Απ’ τις διχτυωτές πανοπλίες τους ξεχώριζε εκείνη του Αξιωματικού. Πάνω στον ατσάλινο, αστραφτερό του θώρακα απεικονιζόταν ανάγλυφα μια αποκρουστική αράχνη, με απαίσιο γυναικείο κεφάλι, φίδια αντί για μαλλιά και στόμα απ’ όπου έβγαινε κοροϊδευτικά μια γλώσσα με αγκάθια. Η Βασίλισσα Αράχνη. Ακατανόητο αρχαίο σύμβολο, που ακόμα χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή απ’ τους λαούς των βουνών για να διακοσμούν ασπίδες, πανοπλίες και λάβαρα.

Με την πάροδο του χρόνου είχαν αλλάξει οι συνήθειες και οι περισσότεροι πλέον διάλεγαν λιγότερο παγανιστικά σύμβολα, όμως ο Αξιωματικός δε νοιαζόταν, εκείνη ειδικά τη μέρα, για τους τύπους...