Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Προδημοσίευση / Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα

(Επαναλαμβάνω μία παλαιότερη ανάρτηση, έχοντας κάνει μερικές αλλαγές. Είναι ολόκληρο το δεύτερο κεφάλαιο του τρίτου τόμου του Βασιλείου της Αράχνης.)



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36

Πέρα από τον κόσμο των ορατών

Εκατόν είκοσι εφτά χρόνια πριν από σήμερα, το έτος 1000 από κτήσεως του βασιλείου


ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ ΞΗΜΕΡΩΝΟΥΝ πιο σκοτεινές από κάποιες άλλες. Εκείνος το αισθάνεται από την πρώτη στιγμή που ανοίγει τα μάτια, από την πρώτη ανάσα που επιστρέφει μέσα του, από την πρώτη σκιά που ρίχνει το σώμα του. Σαν αυτές ήταν κι εκείνη η ημέρα.

Όταν ο ήλιος ανέτειλε, ο Ιππότης γονάτισε στο χώμα για την αρχετυπική προσευχή του και μόλις έφτασε στο τέλος, σχημάτισε ένα σύμβολο στον αέρα και σηκώθηκε όρθιος, τινάζοντας τις σκόνες από τα γόνατα και τις παλάμες του. Για όση ώρα απήγγειλε μέσα του τις τέσσερις στροφές των οχτώ στίχων και των εξήντα τεσσάρων συλλαβών, είχε απομονωθεί από το περιβάλλον, αισθανόμενος ακόμα εντονότερα τη διττή μορφή της υπόστασής του. Υπήρχε και δεν υπήρχε.

Πήρε βαθιά ανάσα. Τίποτε δεν φούσκωνε τα πνευμόνια του με μεγαλύτερη ικανοποίηση απ’ το να βοηθάει τους αδύναμους γύρω του να μην υποφέρουν, τους πληγωμένους να μην πονάνε και τους αδικημένους να μην μένουν απροστάτευτοι. Αλλά και τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο απ’ αυτό, γιατί πάντα το ιερό καθήκον του ήταν συνυφασμένο με οδύνη ανείπωτη και εμπεριείχε την τιμωρία των παραβατών και των υβριστών. Τιμωρία δίκαιη, αλλά και σκληρή και βίαια στη μορφή που είχε οριστεί να εκτελείται.

Ο Ιππότης πολλές φορές αναρωτιόταν αν πράγματι έχει νόημα η αποστολή του ή αν ό,τι κι αν έκανε δεν θα μετέβαλε σε τίποτε τη βαθύτερη δομή του κόσμου. Το έγκλημα θα συνέχιζε να υπάρχει, το ίδιο κι η αδικία, η υστεροβουλία, η μνησικακία κι ο φθόνος. Και τότε τι απομένει για να τραφούν τα συναισθήματά του; Η ευχαρίστηση ότι σύνδραμε αυτούς που δεν θα το αναγνωρίσουν; Η ικανοποίηση ότι παρέμεινε πιστός στους νόμους που του επέβαλαν; Ή μήπως ότι περιόρισε την ελεύθερη βούληση των εχθρών του;

Έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα βλέφαρά του. Προσπάθησε απεγνωσμένα ν’ αποδιώξει τις βλάσφημες σκέψεις που στοίχειωναν και βασάνιζαν κάθε σκοτεινό ξημέρωμα το μυαλό του. Όσο κι αν ταλανιζόταν το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε κι ούτε θα έβρισκε περισσότερη δικαιολόγηση για τις πράξεις του. Έτσι θα γινόταν γιατί έτσι ήταν γραφτό. Ποιος ήταν αυτός για να αμφισβητήσει τις επιταγές της ανώτερης δύναμης;

Φόρεσε τις άφθαρτες μπότες του, έδεσε τη ζώνη που είχε ξετυλίξει απ’ το λαιμό ενός τίμιου ανθρώπου και έσφιξε μέχρι να πονέσει τα λουριά του ασημένιου θώρακα στο στήθος του. Με αργές, τελετουργικές κινήσεις, έζωσε ένα διακοσμημένο με πετράδια εγχειρίδιο στη μέση και κρέμασε στην πλάτη του τη φαρέτρα με τα μαγικά βέλη, το τόξο και το κυρτό σπαθί. Συγκεντρώθηκε και άρχισε να μαζεύει ενέργεια από τον αέρα γύρω του, ενώ στ’ αυτιά του έφτανε η ηχώ λησμονημένων γεγονότων, θαμμένων από χρόνια στο τραχύ χώμα.

Όταν αισθάνθηκε έτοιμος και ολοκληρωμένος, άδειασε το βλέμμα του απ’ τις παράξενες εικόνες και κοίταξε αποφασιστικά ένα στριμωγμένο στα βουνά οροπέδιο που ανοιγόταν κάτω απ’ τα πόδια του. Θυμήθηκε ότι αυτοί που κατοικούσαν εκεί ονόμαζαν τη γη τους «Νότια» και το σημείο όπου στεκόταν αυτός «Βόρεια». Επίσης την ονόμαζαν «Βασίλειο της Αράχνης».

Ανάμεσα σε τακτοποιημένες καλλιέργειες και μποστάνια φύτρωναν μερικά ταπεινά σπίτια. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα μεγαλύτερο, που είχε πιο μυτερή σκεπή και έμοιαζε με γονατισμένο άνθρωπο που προσεύχεται. Σ’ έναν πλαϊνό του τοίχο στηριζόταν ένας πέτρινος, ψιλόλιγνος πύργος χωρίς παράθυρα μήτε πολλές διακοσμήσεις, σαν κουμπωμένος στον εαυτό του ξερακιανός κύρης. Μικροσκοπικές φιγούρες ανθρώπων στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες το μεγάλο κτήριο, ενώ πρώτα φάνηκε κι έπειτα από λίγο ακούστηκε μία μεγάλη σιδερένια καμπάνα να μετακινείται αργά στο ψηλότερο σημείο του πύργου.

Είχε πια σημάνει η ώρα. Με κάθε χτύπο της καμπάνας, ο Ιππότης έκανε αποφασιστικά βήματα και κατηφόριζε προς το χωριό, που στο μέλλον θα ονομαζόταν Φονοθόνοφ. Για μία ακόμα φορά είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον εαυτό του και να συνάψει μια επίπλαστη ειρήνη μαζί του. Γνώριζε ότι έπρεπε να πεθάνουν όλοι εκεί που πήγαινε και έπρεπε να πεθάνουν από τα χέρια του.

***

Ο Ιππότης έφτασε στα πρώτα σπίτια κι έμεινε κρυμμένος ώσπου ο ήλιος να χαμηλώσει και ν’ αγκαλιάσει τις βουνοκορφές στα δυτικά. Τουλάχιστον έτσι θα ήταν, γιατί τον έκρυβαν τα θυμωμένα, μουντόχρωμα σύννεφα που είχαν ακολουθήσει τον Ιππότη κατηφορίζοντας την πλαγιά μαζί του. Στηριζόταν στη διαίσθησή του για να καταλάβει την ώρα της ημέρας, γιατί μερικές φορές τα μάτια του μπερδεύονταν και έβλεπαν μέρα εκεί όπου υπήρχε νύχτα και νύχτα εκεί όπου υπήρχε μέρα. Έδεσε αποφασιστικά τις γροθιές μου και κλείνοντας ξανά σφιχτά τα μάτια, ζήτησε συγχώρεση με λόγια που ταίριαζαν σε εκλιπάρηση. Δεν υπήρχε επιστροφή.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί στην εκκλησία θα έμενε μέσα όλη τη νύχτα. Γιορταζόταν η νίκη ενός αρχαίου τοπικού ήρωα ενάντια στο φοβερό και τρομερό Δράκο, που σκότωνε θεοσεβούμενους, απήγαγε παρθένες και διαγούμιζε μονές. Ο Δράκος ήταν άτρωτος γιατί δεν κοιμόταν ποτέ και όταν νύχτωνε έβαζε στα μάτια του ένα ζευγάρι φεγγοβόλα σμαράγδια, για να βλέπει στο απόλυτο σκοτάδι. Η χώρα ολάκερη δεν ησύχαζε όσο ο Δράκος την απειλούσε με την ανάσα του.

Για να τον νικήσει ο ήρωας, ανέβηκε στο πιο ψηλό βουνό και υποσχέθηκε στη Σελήνη ότι οι άνθρωποι θα τη λατρεύουν σαν θεά της νύχτας, με αντάλλαγμα να αψηφήσει μια φορά τον ήλιο και να τον σκεπάσει για λίγο. Αφού την έπεισε, πήγε μακριά στο τέλος του κόσμου στην Ανατολή και ζήτησε απ’ τον Ήλιο το πρωί που έβγαινε, να του γεμίσει ένα μπουκάλι με φως. Σε αντάλλαγμα θα φρόντιζε όλοι οι Άρχοντες από εκείνη τη μέρα και μετά να φορούν στα πορτρέτα τους ένα φωτεινό στεφάνι με ακτίνες από χρυσόχρωμα στο κεφάλι τους.

Έτσι και έγινε. Ενώ ο Ήλιος ήταν στο απόγειό του, η Σελήνη εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έκρυψε. Ο Δράκος που πλιατσικολογούσε μία μονή, ξεγελάστηκε, νόμιζε ότι είχε έρθει η νύχτα και φόρεσε βιαστικά τα σμαράγδια στα μάτια του. Τότε εμφανίστηκε ο ήρωας και άνοιξε το μπουκάλι με το φως της αυγής, τυφλώνοντας το Δράκο. Την επόμενη κιόλας στιγμή το σπαθί του διαπέρασε πέρα ως πέρα τις φολίδες του τέρατος, απελευθερώνοντας τους ανθρώπους απ’ την τυραννία. Για εκείνη τη γιορτή οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στο ναό, χωρίς όμως να υποψιάζονται το τέλος τους που πλησίαζε…

Όταν ο Ιππότης είδε και τον τελευταίο κάτοικο του χωριού να διαβαίνει ευλαβικά το ιερό κατώφλι, σκαρφάλωσε σ’ έναν αχυρώνα και από εκεί πήδηξε στη στέγη του ναού. Καθώς οι πρώτες σταγόνες της βροχής άρχισαν να θολώνουν το φθινοπωρινό τοπίο, οι φωνές των πιστών ενώθηκαν σε ύμνους και ψαλμωδίες. Οι αισθήσεις του Ιππότη οξύνθηκαν και πλημμύρισαν με τη μυρωδιά του χώματος. Πήρε βαθιά ανάσα και άφησε να χυθεί μέσα του μια αμυδρή γεύση του πραγματικού κόσμου, που είχε εγκαταλείψει πριν χρόνο αμέτρητο. Συλλογίστηκε όσα βάραιναν τις σκέψεις του και αναρωτήθηκε αν το ρυάκι στα μάγουλά του προερχόταν απ’ τον ουρανό ή απ’ τα δάκρυά του. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο χώρο και στα μάτια του ζωγραφίστηκαν ξανά εικόνες απ’ τις αμαρτίες του παρελθόντος…

***

Πίσω από την εκκλησία του χωριού, από παλιά υπήρχε μία τρύπα. Η τρύπα δεν ήταν πολύ βαθιά, ούτε πολύ απότομη και οι κάτοικοι δεν θυμόνταν ποιος την είχε σκάψει και γιατί. Ήταν απλά ένα κενό στο έδαφος. Ένα βράδυ πριν λίγο καιρό, οι οικογένειες που έμεναν κοντά στην εκκλησία ξύπνησαν από στριγκλιές και βογκητά που ξεπηδούσαν απ’ την τρύπα. Σύντομα διαπίστωσαν ότι έβγαιναν απ’ το στόμα ενός ανθρώπου, που είχε πέσει μέσα στην τρύπα- φως φανάρι ενός ξενομερίτη, αφού όλοι στο χωριό γνώριζαν για την επικίνδυνη τρύπα και φρόντιζαν να την αποφεύγουν.

Πράγματι μια νεαρή κοπέλα που περιδιάβαζε την περιοχή, είχε πέσει στην τρύπα, είχε τσακίσει το πόδι της και δεν μπορούσε να βγει χωρίς βοήθεια. Ονομαζόταν Δήμητρα από το Χθόνιο και πρόσφατα είχε χάσει τον αδερφό της Μιχαήλ απ’ το χτύπημα ενός κεραυνού. Αυτή και οι άλλες τρεις αδερφές της, μοιράστηκαν τα υπάρχοντά τους και χωρίστηκαν για ν’ αναζητήσουν την τύχη τους.

Κόσμος μαζεύτηκε σε έναν κύκλο γύρω απ’ το χείλος της τρύπας, με τις κάπες πρόχειρα ριγμένες στους ώμους τους. Στην αρχή πρότειναν να ρίξουν ένα σκοινί στην ξένη για να πιαστεί, αλλά κάποιος πετάχτηκε και είπε ότι δεν είχαν πολύ σκοινί στο χωριό και ότι θα μπορούσε να σπάσει ενώ την τραβούσαν. Τότε και η ξένη θα έμενε μέσα και το σκοινί θα αχρηστευόταν. Μία γυναίκα είχε την ιδέα να ρίξουν μία σκάλα στην τρύπα, όμως και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε αφού ο ξυλουργός του χωριού είπε ότι οι σκάλες είναι πιο βαριές απ’ όσο φαίνονται και δύσκολα κουμαντάρονται. Μπορεί καθώς τη ρίχνανε να χτύπαγε την κοπέλα κάνοντάς της ακόμα μεγαλύτερη ζημιά. Δεν ήταν αστεία ζητήματα αυτά.

Τότε βγήκε μπροστά ένας γενναίος νέος και προσφέρθηκε να κατεβεί με αυτοθυσία στην τρύπα και να σύρει την τραυματισμένη κοπέλα πάνω. Έθεσε, όμως σαν προϋπόθεση να λάβει κάποιου είδους αμοιβή ώστε να καθησυχαστεί η ζήλια της αρραβωνιαστικιάς του, που θα τον έβλεπε στα χέρια μιας ξένης. Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια η Δήμητρα, πέταξε στην επιφάνεια το δισάκι της, στο οποίο ανάμεσα σε λίγα αργυρά, κουρέλια, κλωστές και ξέφτια έκρυβε ένα παράξενο κομμάτι περγαμηνής.

Τότε, όμως που η λύση είχε βρεθεί, βγήκε μπροστά και διαφώνησε ο νεκροθάφτης του χωριού, λέγοντας σαν ειδικός ότι αν δύο άτομα προσπαθούσαν ν’ ανέβουν, τα τοιχώματα της τρύπας θα κατέρρεαν και θα τους καταπλάκωναν σαν τάφος. Κράτησε τα φιορίνια και την περγαμηνή σαν πληρωμή για τη σωτήρια συμβουλή του και τράβηξε για τις δουλειές του, αφού ευχήθηκε σε όλους καλή νύχτα.

Ενώ η συζήτηση προχωρούσε σε μάκρος, ο δήμαρχος πήρε το λόγο και ζήτησε να λάβουν άμεσα μέτρα, γιατί η τρύπα είχε μείνει πολύ καιρό ακάλυπτη και θα μπορούσε ακόμα κι ένας ντόπιος να ξεστρατίσει και ν’ ακολουθήσει την κακορίζικη τύχη της κοπέλας. Όλοι οι κάτοικοι κατένευσαν, είδαν το δίκιο στα λόγια του δημάρχου, που ήξερε πολλά και ήταν και γραμματιζούμενος και έτρεξαν στα σπίτια τους να φέρουν φτυάρια, αξίνες και τσάπες.

Αυτή η ιστορία θα τελείωνε σιωπηλά αν η Δήμητρα μες στην τρομάρα της δεν θυμόταν μία κατάρα, που είχε ακούσει απ’ τους ζητιάνους. Οι διακονιάρηδες έχουν την παράξενη δύναμη να καταριούνται όσους δεν τους δίνουν ελεημοσύνη κοντά σε ναούς. Η κατάρα μετά από λίγο ξεθυμαίνει, αν όμως κάποιος μαζεύει συνέχεια τέτοιες κατάρες, τότε στο τέλος τον βρίσκει μεγάλο κακό. Πολλοί έχουν χαθεί έτσι χωρίς να το ξέρουν.

Η Δήμητρα δεν ήξερε αν τα λόγια πιάνουν, αλλά έτσι όπως ήταν απελπισμένη κι ενώ οι πρώτες φτυαριές χώμα έπεφταν στο κεφάλι της, με τις τελευταίες της ανάσες έπλεξε με ξόρκια βαριά, κατάρα για τους κατοίκους του χωριού, κατάρα που κανείς πρέπει να προσέχει πριν ξεστομίσει, γιατί προσελκύει την προσοχή αόρατων πνευμάτων.

Ίσως οι κάτοικοι του χωριού ποτέ δεν έδιναν ελεημοσύνη και ίσως ποτέ δεν βοηθούσαν τους συνανθρώπους τους. Ίσως ο καιρός που είχε το κομμάτι της περγαμηνής στα χέρια της, να είχε προικίσει τη Δήμητρα με δυνάμεις, που δεν κατανοούνται. Το σίγουρο, όμως είναι ότι η κατάρα της έπιασε τόπο και δεν θ’ αργούσε να εκπληρωθεί. Και ο Ιππότης ήταν το μέσο.

***

Έσφιξε τα δόντια και προσέχοντας να μην παρασυρθεί απ’ την κλίση της σκεπής, έφτασε στο σημείο όπου ο πύργος του καμπαναριού έγερνε κι ακουμπούσε σαν για να ξεκουραστεί στον τοίχο του ναού. Χωρίς να δίνει σημασία στη βροχή που αντάριαζε και δυνάμωνε, άνοιξε προσεκτικά τη δερμάτινη θήκη όπου φύλαγε το τεχνούργημα με το οποίο τον είχε εξοπλίσει ο Δημιουργός.

Ήταν ένα γεωμετρικό όργανο, με μια μεταλλική καμπύλη, η οποία μετακινούνταν παράλληλα σ’ έναν πολύπλοκο σκελετό σφαίρας. Όλος αυτός ο μηχανισμός ήταν φτιαγμένος με ασύλληπτη δεξιοτεχνία, χωρούσε στην παλάμη ενός χεριού και έκρυβε πολλές μαγικές ιδιότητες. Σε μία πέτρινη γλώσσα, εξήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, την πρώτη μέρα του πολέμου, θα το χρησιμοποιούσαν για να μετρήσουν τα βήματά τους ως το χαμό. Ο Ιππότης το χρησιμοποιούσε για να σκορπίζει όλεθρο μέσα απ’ τις θύελλες.

Ένωσε τη ματιά του με τα σύννεφα που έκρυβαν τον ουρανό και ζήτησε ειλικρινή συγχώρεση για μία ακόμη φορά. Πρώτα και κύρια για την απεριόριστη εξουσία που του είχε δοθεί και στη συνέχεια για τους δίκαιους, που αναγκαζόταν να εξοντώνει μαζί με τους άδικους. Είχε επίγνωση ότι όσο δύσκολο είναι κάποιος να κατανοήσει τις πράξεις του, άλλο τόσο δύσκολο είναι να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του την ώρα της τελικής κρίσης. Μα έπρεπε να συνεχίσει.

Ακριβώς τη στιγμή που συγκεντρωμένος ενεργοποιούσε το τεχνούργημα, άκουσε απ’ την αντίθετη πλευρά της σκεπής το θόρυβο ενός κεραμιδιού που γλίστρησε κι έπεσε στο πλακόστρωτο. Σχεδόν ταυτόχρονα ένας κοντινός κεραυνός έσκισε την ατμόσφαιρα και κάλυψε τον κρότο του σπασίματος. Ο Ιππότης θυμήθηκε τις πρώτες φράσεις που είχε ενστερνιστεί ασπαζόμενος την ύπαρξη του Δημιουργού: «Τίποτα δεν δημιουργείται τυχαία κι ούτε μένει κρυφό απ’ τη μοίρα. Τα πάντα έχουν σκοπό που εκπληρώνεται.»

Τόσο γρήγορα όσο η λάμψη της αστραπής που τρέχει πριν το μακρινό μπουμπουνητό, ο Ιππότης τράβηξε το σκαλισμένο με ιερά σύμβολα εγχειρίδιό του. Όσες χιλιάδες φορές κι αν διάβαζε τα ρουνικά, οι λέξεις δεν άλλαζαν θέση, ούτε νόημα. Δεν είχε καταλήξει αν όντως κρύβονταν προστατευτικές ευχές ανάμεσα στα περίτεχνα σχέδιά ή ήταν η πίστη που καθοδηγούσε με πρόνοια τις πράξεις του. Όπως και να ‘χε τον είχε βοηθήσει απέναντι στο κακό και έλπιζε ότι θα τον βοηθούσε και τώρα. Ο εχθρός είχε φτάσει.

Γρήγορο κι ευκίνητο, μέσα από τις στάλες της βροχής και ανάμεσα σ’ ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, εμφανίστηκε μπροστά του εκείνο το απαίσιο πλάσμα, ο αγγελιοφόρος του Κάτω Βασιλείου, το βδελυρό τέρας Σάμκα. Μεγαλόσωμο σαν λύκος, γαμψά νύχια, σώμα αιλουροειδούς, κεφάλι δαίμονα, τρεις αγκαθωτές ουρές, χαίτη από αγκάθια και πυρωμένα μάτια, αυτό ήταν. Για λίγο τα βλέμματά τους αναμετρήθηκαν.

Αφού το τέρας δεν μπόρεσε να τον αιφνιδιάσει με το τίναγμα των νυχιών, προσπάθησε να τον καρφώσει με τις ουρές του, που έσκισαν ξαφνικά τον αέρα σαν μαστίγια. Ο Ιππότης έσκυψε για να τις αποφύγει και ένιωσε το άγγιγμα του φόβου να διασχίζει τη ραχοκοκαλιά του.

Είχε μόνο μία στιγμή για να μελετήσει τα χαρακτηριστικά του παραμορφωμένου απ’ την κακία προσώπου του υποχθόνιου πλάσματος, αλλά ήταν αρκετή. Δεν ήταν η πρώτη τους συνάντηση.

Ο Σάμκα έβγαλε τη γλώσσα του κοροϊδευτικά στη θέα του εγχειριδίου, αλλά ο Ιππότης ήταν σίγουρος ότι το φοβόταν περισσότερο κι από δέκα τσεκούρια τίμιων δημίων. Το τέρας έκανε μερικά πλαϊνά βήματα για να κερδίσει χώρο και συσπείρωσε τα πόδια του για να ξαναεπιτεθεί. Ο Ιππότης υπολόγισε ότι αν παραμέριζε για να το αποφύγει, υπήρχε ο κίνδυνος να χάσει την ισορροπία του και να κουτρουβαλήσει στη στέγη. Το ίδιο κι αν ο Σάμκα πηδούσε πάνω του με ορμή.

Ο Ιππότης τύλιξε το χοντρό του μανδύα γύρω απ’ το χέρι για να προστατεύεται απ’ τα τσιμπήματα των ουρών, καμπούριασε και στύλωσε τα πόδια του στη στέγη. Το πλάσμα ήταν ελαφρύτερό του και θα χρειαζόταν μεγάλη δύναμη για να τον αναποδογυρίσει όπως σχεδίαζε. Ο Σάμκα ξαφνικά εκτινάχθηκε, ενώ ταυτόχρονα έφερνε τη μεγαλύτερη ουρά του απ’ τη δεξιά πλευρά του Ιππότη, που νόμιζε ακάλυπτη. Έπεσε πάνω του με όλο του το βάρος και παρότι το χτύπημα της ουράς πνίγηκε στο μανδύα, ο Ιππότης ένιωσε τα ρυπαρά νύχια του πλάσματος να του γδέρνουν λαιμό και πρόσωπο.

Προσπάθησε να κρατηθεί όρθιος, αλλά με το πλάσμα γαντζωμένο πάνω του ήταν μάταιο. Έγιναν ένα κουβάρι και άρχισαν να κατρακυλάνε με θόρυβο στην σκεπή, παρασέρνοντας μαζί τους κι ένα σωρό κεραμίδια. Γύρω τους ο αέρας άρχισε να στροβιλίζεται σε σατανικό ρυθμό απολύοντας και διαλύοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο άγγιγμά του.

Καθώς πάλευαν, το εγχειρίδιο του Ιππότη έφυγε απ’ τα χέρια του, το ίδιο το ασημένιο σπαθί και όλα τα μαγικά βέλη. Μέσα στην αγωνία του συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να νικήσει, γιατί ο Σάμκα δεν θα αναγνώριζε την ήττα του. Ο Ιππότης συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του απέμεναν και τον κλώτσησε δυνατά στην κοιλιά, στέλνοντάς τον να τιναχτεί μερικά πόδια ψηλά στον αέρα και να σκάσει με κρότο δίπλα στο τεχνούργημα. Μέσα απ’ την καταιγίδα που μαινόταν σαν τρελή, ο Ιππότης ξεχώρισε κραυγές πανικού από την εκκλησία κάτω και κατάλαβε ότι η ώρα πλησίαζε.

Ο Ιππότης ξέπνοος παρατήρησε τις κινήσεις του Σάμκα. Ενώ αναρωτιόταν τι συμφέρον είχε να του επιτεθεί στη μέση της αποστολής του, το πλάσμα στάθηκε και πάλι όρθιο, πήρε στα χέρια του άφοβα το τεχνούργημα και μίλησε στη χυδαία γλώσσα του, που ήξερε πολύ καλά ότι αν κι ο Ιππότης δεν τη μιλούσε, την καταλάβαινε: «Με έστειλε ο ίδιος ο Διάβολος να μαζέψω την ψυχή του νεκροθάφτη, αλλά τον έχασα μέσα απ’ τα χέρια μου, η μυρωδιά του απομακρύνεται. Μετά σκέφτηκα να εμποδίσω την εκπλήρωση της κατάρας για να βασανίζεται στις κολάσεις η ψυχή της Δήμητρας στους αιώνες των αιώνων, αλλά μοιάζεις τόσο αποφασισμένος, που θα σε βοηθήσω», κάγχασε και στα χέρια του εμφάνισε ένα πουγκί. Το άνοιξε και σκόρπισε στον αέρα μία χούφτα ιριδίζουσας σκόνης, που στροβιλίστηκε βίαια γύρω απ’ το τεχνούργημα.

Ο Σάμκα δεν σπατάλησε περισσότερο χρόνο σε λόγια και απλώς εξαφανίστηκε, ενώ η εκκλησία άρχισε να σείεται κάτω από τα πόδια του Ιππότη. Χίλιες βελόνες τρύπησαν τα ακροδάχτυλα του πολεμιστή και μυρωδιά από θειάφι έσπασε τα ρουθούνια του. Ακριβώς μισή ανάσα αφού πήδηξε στο χώμα, το καμπαναριό κεραυνοβολήθηκε κι ο οργισμένος ανεμοστρόβιλος έσκισε στα δύο τη στέγη του ναού.

Πλίνθοι, πέτρες, δοκάρια και φωτιά χύθηκαν στα κεφάλια των πιστών σκοτώνοντας τους περισσότερους, ενώ όσοι γλύτωσαν και προσπάθησαν να τρέξουν, γυναίκες και μικρά παιδιά, βρήκαν το θάνατο από τους βράχους που ο Ιππότης πέταξε στα κεφάλιά τους. Μόλις και η τελευταία ψυχή πέταξε μακριά από κείνο τον τόπο, η λύσσα του ανέμου καταλάγιασε και η γη έπαψε να τρέμει.

Μόνος έμεινε ο Ιππότης στα χαλάσματα, συντετριμμένος να προσεύχεται για όσους είχαν χαθεί. Έκλαψε με σπαρακτικούς λυγμούς και παρακάλεσε τη βροχή να τον ξεπλύνει από εκείνη τη σκοτεινή μέρα.

Και όταν τα δάκρυά του στέγνωσαν, έψαξε στα πτώματα τον νεκροθάφτη, να πάρει αυτά που είχε κλέψει απ’ τη Δήμητρα και να ολοκληρώσει την αποστολή του. Το πτώμα, όμως δεν υπήρχε. Η καρδιά του Ιππότη βυθίστηκε.

Συλλογίστηκε τα λόγια του Σάμκα. Ο νεκροθάφτης είχε προλάβει να φύγει. Κάλεσε το άλογό του και άρχισε να καλπάζει προς τον επόμενο προορισμό.

***

Πέρασαν εκατόν είκοσι εφτά χρόνια και ο Ιππότης ακόμα κάλπαζε στη Ντραγκούτ…

Νωρίτερα εκείνη τη μέρα, σκαρφαλωμένος στην κορυφή ενός ψηλού βουνού είχε δει το μυρμήγκιασμα των Πεδιανθρώπων που προέλαυνε από όλες τις μεριές προς το μεγάλο Πύργο του βασιλείου. Με τις σκέψεις στην εξέλιξη του πολέμου, έφτανε καλπάζοντας σε ένα σταυροδρόμι. Τράβηξε με δύναμη τα γκέμια. Ο αέρας που για ώρες με ορμή στροβιλιζόταν στο πέρασμά του, παράσυρε με τη φόρα του ένα σύννεφο σκόνης μακριά, στέλνοντάς το να χαθεί στη γραμμή του ορίζοντα. Στα αριστερά και στα δεξιά του υπήρχαν δύο μεγάλα βουνά, που οι άνθρωποι ονόμαζαν Μερκατάλ και Άλμπιν. Μπροστά ανοιγόταν ένα οροπέδιο με καμένα σπαρτά.

Αναρωτήθηκε για την κατεύθυνση που έπρεπε ν’ ακολουθήσει. Ο ήλιος ήδη χαμήλωνε και απ’ τις δύο ξύλινες επιγραφές ο Ιππότης δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα. Δεν ήξερε την παραμικρή λέξη στη λαλιά αυτής της χώρας και οι ουρές των γραμμάτων μπερδεύονταν σαν αλληλοσπαρασσόμενα φίδια, δίχως να δημιουργούν γνώριμα σημάδια.

Πολύ βολικά, ένας ζητιάνος ντυμένος με ελεεινά κουρέλια είχε ξαπλώσει σ’ ένα μεγάλο θάμνο δίπλα από τις επιγραφές, έχοντας μία πέτρα για προσκέφαλο. Ή ήταν μεθυσμένος ή από φόβο παρίστανε τον κοιμισμένο- αποκλείεται να μην είχε ακούσει το βαρυφορτωμένο άτι να σταματάει δίπλα του.

Ο Ιππότης ξεπέζεψε με αργές κινήσεις, ενώ τα μεταλλικά ελάσματα στην πανοπλία του βαρυγκώμησαν θλιμμένα. Πλησίασε τον ξαπλωμένο και τον σκούντηξε με τη μύτη της σιδερένιας μπότας του. Εκείνος ανακάθισε τρομαγμένος και άνοιξε διάπλατα τα τσιμπλιασμένα μάτια του. Μπροστά του ορθωνόταν ένας άγνωστος και ολότελα τρομακτικός στην όψη πολεμιστής. Το ύψος του ξεπερνούσε τους ώμους του θηριόσωμου αλόγου του, το οποίο φορούσε μία βαριά πανοπλία, όπως ο αφέντης του. Τα χέρια του ήταν καλυμμένα με ασήμι ως τους αγκώνες και τα διάφορα εμβλήματα και οι προστατευτικοί ρούνοι που αγκάλιαζαν κάθε ελεύθερη επιφάνεια του μετάλλου θα είχαν φτιαχτεί σε κάποιο εξωτικό μέρος. Στο θώρακά του είχε σκαλισμένη μια ζοφερή εσχατολογική αναπαράσταση, που έκανε το ζητιάνο ν’ ανατριχιάσει.

Ακόμα θολωμένος απ’ τον ύπνο και το φόβο, ο ζητιάνος έτριψε τα μάτια του, στήριξε το βάρος του στις παλάμες και σηκώθηκε άτσαλα μπροστά στον άγνωστο, περιμένοντας στην ευτυχέστερη των περιπτώσεων κάποιου είδους τιμωρία ή επίπληξη. Δεν κουβαλούσε πάνω του χαρτιά για να διασχίζει τη χώρα κι ούτε κανένας του είχε επιτρέψει να ξεκουραστεί σ’ εκείνο το σταυροδρόμι. Είχε αποφασίσει να παρατήσει τα πάντα και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του ως ερημίτης, αλλά όσο βάδιζε σε δρόμους του βασιλείου, οι νόμοι είχαν ακόμα ισχύ πάνω του.

Αν το πρόσωπο του Ιππότη πήρε οποιαδήποτε έκφραση ήταν αδύνατο να φανεί εξαιτίας του προσωπείου της περικεφαλαίας του, που ήταν κατεβασμένο. Έδειξε με το σιδερένιο γάντι του τις δύο κατευθύνσεις στις οποίες χωριζόταν ο δρόμος και απαίτησε να μάθει, τονίζοντας προσεκτικά τις λέξεις: «Προς τα πού είναι το κεφαλοχώρι αυτού του Φέουδου; Πρέπει να είμαι εκεί ως το σούρουπο. Είναι μακριά από εδώ;»

Ο ερημίτης άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Με την άκρη του ματιού του ξεχώρισε τρία σπαθιά, δύο τόξα, μία κοντή λόγχη, ένα ακόντιο, ένα δίκοπο τσεκούρι και τέσσερις φαρέτρες με βέλη φορτωμένα στο άλογο- χώρια το κυρτό σπαθί και το εγχειρίδιο που είχε ζωσμένα πάνω του ο Ιππότης. Αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο, έδειξε όσο πιο ταπεινά μπορούσε τη μια απ’ τις δύο ταμπέλες. Έβαλε το δάχτυλό του στα γράμματα και είπε σχεδόν συλλαβιστά: «Το Φέουδο είναι από τούτο το δρόμο, Άρχοντα. Σε παρακαλώ μη με πειράξεις. Κοιμόμουν εδώ γιατί είμαι κουρασμένος κι η νύχτα αυτή την εποχή μοιάζει με τη μέρα.»

Ο Ιππότης ξαναρώτησε: «Και πόσο μακριά βρίσκομαι;» Ο ερημίτης πισωπάτησε, υποκλίθηκε βαθιά, βαθύτερα κι ακόμα πιο βαθιά και ψέλλισε: «Όχι πάνω από πολύ κι ούτε κάτω από λίγο. Ο δρόμος σε πηγαίνει κατευθείαν στο Φέουδο. Καρτάους το λένε οι ντόπιοι. Αν δεν φοβάσαι να τριποδίσεις για ώρες, εύχομαι Άρχοντα να φτάσεις πριν να ‘ναι αργά.»

Ο Ιππότης φάνηκε να ικανοποιείται και από ένα πουγκί άφησε να κυλήσει στο γάντι του ένα βαρύ νόμισμα. Το κοίταξε για μια καλή ματιά κι έπειτα το πέταξε στα πόδια του ζητιάνου που ήταν ακόμα διπλωμένος στα δύο. Το νόμισμα στριφογύρισε στον αέρα, αντανακλώντας λίγο από το πορφυρό χρώμα του ήλιου. «Αυτό για τον κόπο σου», εξήγησε ο Ιππότης και ξανακαβάλησε. Κοιτώντας προς τον ορίζοντα είπε: «Να βρεις μια κρυψώνα. Πλησιάζουν στρατοί.» Και κάλπασε με ορμή.

Ο ερημίτης περίμενε μέχρι να απομακρυνθεί καλά καλά ο άγνωστος πολεμιστής και πήρε στη χούφτα του το αστραφτερό, ολοστρόγγυλο νόμισμα. Ήταν βαρύ σαν πέτρα κι από τη μια πλευρά είχε χαραγμένες φράσεις σε παράξενη γλώσσα. Το γύρισε απ’ την άλλη και βλέποντας την αναπαράσταση πάγωσε. Απεικονιζόταν ένας πάνοπλος ιππότης που τα χέρια του ήταν καλυμμένα με ασήμι ως τους αγκώνες και το φορτωμένο με όπλα άλογό του, ήταν σηκωμένο στα δύο πόδια.

Έντρομος σήκωσε το κεφάλι του προς την κατεύθυνση που είχε φύγει ο Ιππότης. Το μόνο που διακρινόταν στο βάθος του δρόμου ήταν ένα κουρνιαχτό σκόνης που πάλευε να ενωθεί με τον ουρανό…

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ακόμα Φθινόπωρο

Παρασκευή βράδυ, ένα σύντομο update: Μόλις χθες τελείωσα μερικές μικροαλλαγές και διορθώσεις στον τρίτο τόμο. Τη Δευτέρα τον στέλνω στον εκδοτικό οίκο, μαζί με το σχέδιο μιας Καστροπολιτείας που έκανα και θα μπορούσε να βρίσκεται στην αρχή ή στη μέση του βιβλίου.
Όπως ανέφερα το "Τέχνασμα δεμένο με άλλο τέχνασμα" (αποφάσισα να κρατήσω τον αρχικό τίτλο) θα κυκλοφορήσει σε ηλεκτρονική μορφή και εύχομαι να μην περάσει απαρατήρητη η προσπάθειά μας. Αντίθετα να δώσει έναυσμα για νέες παρόμοιες εκδόσεις ή και συζήτηση στο θέμα της μετεξέλιξης του βιβλίου. Θα δούμε υποθέτω, ακόμα δεν γνωρίζω αν θα είναι δωρεάν το download ή όχι.
Αυτό τον καιρό έχω ρίξει όλο το βάρος σε μια προσπάθεια που κάνουμε για την έκδοση ενός καινούργιου free press για το βιβλίο. Θέλω να πάνε όλα καλά, θα στηριχτούμε σε πρωτότυπες ιδέες και μη-παραδοσιακές συνταγές. Στόχος είναι να δώσουμε βήμα σε αναγνώστες, νέους δημιουργούς, αλλά και να ενημερώνουμε για όσα συμβαίνουν στη βιβλιοφιλική επικαιρότητα. Ίσως σύντομα να έχω νέα και για αυτό. Πάντως όπως θα έχετε δει και στις "σελίδες για άλλες σελίδες", αναζητούμε συνεργάτες στο χώρο της κριτικής. Όσοι πιστοί προσέλθετε με mail στο info@haramada.com
Κλείνει η παρένθεση για τα επαγγελματικά. Μάλλον πρέπει να βάλω στο πρόγραμμα ξανά το "άλλο" μεγάλο σχέδιο, το βιβλίο για το Βυζάντιο, ένα μυθιστόρημα "ιστορικής φαντασίας". Για την ακρίβεια έχω προχωρήσει αρκετά. Η κύρια πλοκή και τα περισσότερα κομμάτια είναι στη θέση τους, θα έλεγα ότι βρίσκομαι στο 85%. Μένει να το περάσω μερικά δεκάδες χέρια διορθώσεων.

ΥΓ: Ώρα για ξεκούραση. Δυστυχώς έχω κρυολογήσει εξαιτίας του internet (κλέβω σύνδεση από τον γείτονα και πρέπει να είμαι με 6 βαθμούς κελσίου στο μπαλκόνι).

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Φθινόπωρο ΙΙ

Καλημέρα! Πέρασαν μερικές εβδομάδες και επιστρέφω στο ιστολόγιο. Και μάλιστα επιστρέφω έχοντας σημαντικά νέα. Δεν θα γράψω πολλά, όμως είμαι σε θέση να ανακοινώσω ότι σχετικά σύντομα ο τρίτος τόμος θα φτάσει στους αναγνώστες. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα καμαρώνει στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αλλά στις οθόνες των υπολογιστών. Θα κυκλοφορήσει σε ηλεκτρονική έκδοση και θα διατίθεται από το site του εκδοτικού οίκου.
Η πρότασή μου ήταν να είναι δωρέαν το download, αλλά δεν γνωρίζω αν θα υιοθετηθεί. Επίσης ίσως ζητήσω να κυκλοφορήσουν σε ηλεκτρονική έκδοση και τα δύο πρώτα βιβλία. Σκέφτηκα αρκετά και νομίζω οι παραπάνω κινήσεις θα δώσουν νέα πνοή στη σειρά. Ενδιαφέρουσες ιδέες πάνω στο ζήτημα και την εξέλιξη των ηλεκτρονικών εκδόσεων μπορείτε να διαβάσετε και στη συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Αμερικάνος συγγραφέας Scott Sigler.
Αυτές τις μέρες προσθέτω μερικές ακόμα πινελιές στον τρίτο τόμο και παράλληλα κάνω διορθώσεις στο πρώτο βιβλίο. Επίσης ετοιμάζω έναν νέο χάρτη και ένα σχέδιο του Ανατολικού Πύργου. Όταν έχω περισσότερες λεπτομέρειες για το project θα τις μοιραστώ εδώ.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Φθινόπωρο

Μετά από μια μεγάλη αποχή από το blog, επιστρέφω με το πρώτο post για τη νέα περίοδο. Διακοπές έκανα πολύ σύντομες, αλλά πολύ ευχάριστες και τώρα έχω στριμώξει στις γωνιές του μυαλού μου διάφορες ιδέες για ιστορίες, πλοκές, ανατροπές και επικές μονομαχίες.
Αναμένοντας την απόφαση του εκδοτικού οίκου για την έκδοση του τρίτου τόμου, γράφω πυρετωδώς ένα άλλο βιβλίο, κάτι λίγο διαφορετικό από το Βασίλειο της Αράχνης. Θα είναι ένα παράξενο υβρίδιο Ιστορικού Μυθιστορήματος και Φάνταζυ, και η υπόθεση θα διαδραματίζεται σε διάφορες εποχές του Βυζαντίου, ενώ θα υπάρχουν ακόμα και στοιχεία πολιτικής. Περισσότερα θα αναφέρω στο μέλλον τόσο για το περιεχόμενο, όσο και για το εξαιρετικά ενδιαφέρων πεδίο που δίνει αυτή η εποχή για μυθιστορήματα φαντασίας. Έτσι κι αλλιώς το βιβλίο μου έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, υπολογίζω ότι μένουν λίγες εβδομάδες ακόμα διορθώσεων.
Ασχολούμαι επίσης και με τη δημιουργία ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού με στοιχεία από το Βασίλειο της Αράχνης, αλλά είναι κάτι μεγαλεπήβολο και είναι προσπάθεια που θα αργήσει να δώσει καρπούς.
Σε άλλα ευχάριστα νέα, κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων αναμένουμε την έκδοση ενός σημαντικόυ ελληνικού έργου φάνταζυ και αυτή τη φορά, την πρωτοβουλία πήρε ο Πατάκης. Περισσότερα μπορείτε να μαθαίνετε στο πολύ ενημερωμένο και αναλυτικό και κατατοπιστικό ιστολόγιο των Γιων της Στάχτης. Συγγραφέας ο φίλος και συνοδοιπόρος Λευτέρης Κεραμίδας, ο οποίος θεωρώ ότι θα γράψει ιστορία στο χώρο μας. Διαβάζοντας τις αναρτήσεις στο blog του θα πάρετε μία συναρπαστική γεύση για όσα θα ακολουθήσουν από την πένα του.
Αυτά για την ώρα, περισσότερα ελπίζω σύντομα.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Σε αναζήτηση τίτλου

Καλημέρα!

Πολλοί αναγνώστες με ρωτάνε για την ημερομηνία κυκλοφορίας του τρίτου τόμου του Βασιλείου της Αράχνης και η αλήθεια είναι ότι δεν έχω στα χέρια κάποιο δεδομένο για να το μοιραστώ μαζί τους. Θα τολμούσα να κάνω μία αισιόδοξη πρόβλεψη για το Φθινόπωρο, αλλά είναι καθαρά θέμα του εκδοτικού μου οίκου η απόφαση, άρα δεν θα απέκλεια και την περίοδο των Χριστουγέννων. Γενικά όπως έχω ξαναγράψει, το κλίμα του βιβλίου θα ταίριαζε με μια παγωμένη, χειμερινή ατμόσφαιρα.

Περιμένοντας να κάνει την έξοδό του στα βιβλιοπωλεία, γράφω με πολύ αργούς ρυθμούς το τέταρτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς, αν και στο μυαλό μου έχω πλέον μια σαφή εικόνα για το πως θα εξελιχθεί. Τις τελευταίες εβδομάδες, δε, ασχολούμαι με ένα άλλο βιβλίο, ένα παράξενο κράμα φάνταζυ και ιστορικο/πολιτικού μυθιστορήματος που θα διαδραματίζεται σε μια μεγάλη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μπορεί σε κάποιο από τα επόμενα posts να γράψω λίγα περισσότερα για αυτό το φιλόδοξο σχέδιο. Πάντως ελπίζω να το έχω τελειώσει μέσα στους επόμενους δύο μήνες, μιας και αυτή τη στιγμή βρίσκομαι περίπου στα τρία τέταρτα του βιβλίου.

Τον τελευταίο καιρό είμαι και σε αναζήτηση τίτλου για τον τρίτο τόμο του. Κάνοντας μία συζήτηση στο πολύ αξιόλογο φόρουμ φάνταζυ και επιστημονικής φαντασίας sff.gr, διαπίστωσα ότι αυτός που είχα από καιρό διαλέξει ("Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα") δεν άρεσε ιδιαίτερα.
Έτσι παρέθεσα μερικές εναλλακτικές προτάσεις που κατά καιρούς πέρασαν απ' το μυαλό μου:
"Σπίθα σπαθιών μέσα απ' την άμμο"
"Του χάρου σκιά και σκόνη λατρευτή" (μάλλον όχι, ούτε εμένα δεν μου αρέσει)
"Αλάτι σάπιο και τύρφη αδρή"
"Νάφθα, υγρό ασήμι, μύλου αέρα και ρετσίνι"
Ή κάτι σχετικό με "Αναγέννηση", αλλά χωρίς να ανακατεύει τη λέξη -αράχνη-, αφού υπάρχει ήδη μία φορά στο εξώφυλλο.

Όπως θα διαπιστώσατε είναι λίγο εξεζητημένοι και πιθανώς αδόκιμοι. Επιπλέον χρειάζεται να είναι ακριβώς έτσι οι φράσεις, μιας και είναι παρμένες από το κείμενο γύρω απ' το οποίο περιστρέφεται η υπόθεση, την περγαμηνή με τους τέσσερις απόκρυφους αποδέκτες. (ναι, το περιεχόμενό της αποκαλύπτεται στις σελίδες του τρίτου τόμου) Για αυτό το λόγο άλλωστε είχα σκεφτεί το "Τέχνασμα δεμένο με άλλο τέχνασμα", που και εκπληρώνει τη συνθήκη και συμβολίζει τα διάφορα τεχνάσματα που μετέρχονται οι χαρακτήρες για να επιτύχουν τους στόχους τους. Βέβαια θα βαρύνει σημαντικά και η γνώμη της επιμέλειας, αλλά είμαι ανοιχτός σε προτάσεις.

Μέχρι την επόμενη συνάντησή μας, να περνάτε καλά και να διαβάζετε καλά βιβλία.

Υγ 1: Για προτάσεις ανάγνωσης μπορείτε πάντα να επισκέπτεστε το ιστολόγιό μου με τις παρουσιάσεις βιβλίων, τις "Σελίδες για άλλες Σελίδες".
Υγ 2: Χαίρομαι για την άνθιση που γνωρίζει το φάνταζυ στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό. Πλέον κι άλλοι μεγάλοι οίκοι αρχίζουν να επενδύουν σε νέους λογοτέχνες του είδους. Εκτός από όσα ήδη έχουν κυκλοφορήσει, περιμένω με ανυπομονησία ένα έργο που πιστεύω θα θέσει τους κανόνες. Περισσότερα γι' αυτό τον Δεκέμβριο.

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Η ιστορία της Δρακοφωλιάς- Μέρος Γ'

Εδώ ολοκληρώνεται η ιστορία της Δρακοφωλιάς, της βορειότερης και πιο απομονωμένης πόλης του Βασιλείου της Αράχνης. Το μικρό παρακάτω απόσπασμα είναι από το τρίτο βιβλίο της σειράς και (σχεδόν) αποκαλύπτει την ταυτότητα ενός από τους χαρακτήρες, που εμφανίζεται μυστηριωδώς σαν deus ex machina για να βοηθήσει τον τυμβωρύχο και πρώην περιπλανώμενο φρουρό Ροτ, στην "Περγαμηνή με τους τέσσερις απόκρυφους αποδέκτες" και στο "Περπατώντας στα σκαλοπάτια των νεκρών". Ο χαρακτήρας για τον οποίο γίνεται λόγος, όπως αποκαλύπτεται εδώ, δεν είναι άνθρωπος, αλλά συγκαταλέγεται στις αόρατες δυνάμεις, των οποίων η επιρροή στον πραγματικό κόσμο σταδιακά φανερώνεται.


Ανάμεσα στα ΚΕΦΑΛΑΙΑ 53 και 54: Η ιστορία της Δρακοφωλιάς (Γ' Μέρος)

[...]

Καθώς μία ακόμα μέρα έσβηνε πάνω από τις πιο απόκρημνες κορυφές της Ντραγκούτ, μία ογκώδης φιγούρα τυλιγμένη σε μαύρο ύφασμα έφτανε στη Δρακοφωλιά, την καταραμένη σύμφωνα με τους Πεδιανθρώπους πόλη. Ο Άγιος Φραγκίσκος είχε γλυτώσει από πολλά στο τελευταίο του ταξίδι και είχε έρθει η ώρα να αποσυρθεί. Δεν ήθελε περισσότερα μπλεξίματα με τις αμαρτίες εκείνου του πολέμου- όσες φορές επιχείρησε να αναμειχθεί μόνο συμφορές προκάλεσε. Μα πίστευε ότι είχε αφήσει ένα σπόρο πίσω. Παρ’ ότι ελάχιστοι θα του το αναγνώριζαν, ήθελε να πιστεύει ότι το καλό που είχε κάνει, θα φύτρωνε σε μερικές γενιές.

Πήδηξε πάνω απ’ τα τείχη και πέρασε πάνω απ’ τα χαλάσματα πιο ανάλαφρα απ’ όσο θα περίμενε κανείς βλέποντας τον όγκο του. Έφτασε έξω από ένα καλοδιατηρημένο κτίριο, ένα απ’ τα ελάχιστα της εγκαταλελειμμένης πόλης. Στο κατώφλι υπήρχαν γραμμένα έξι γράμματα: «Κρύπτη» και σκαλισμένος ένας σταυρός. Ο Άγιος Φραγκίσκος έβγαλε ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί από ρούχα του και ξεκλείδωσε την πέτρινη πόρτα. Έσπρωξε με κόπο και βρέθηκε σε έναν παγωμένο, άδειο χώρο, παράξενα οικείο.

Άναψε έναν πυρσό και τον κούνησε αρκετές φορές πέρα δώθε για να διώξει τις ενοχλητικές σκιές που μαζεύτηκαν γύρω του για να μάθουν νέα από τον έξω κόσμο. Κατέβηκε πολλά σκαλιά και προχώρησε βαθιά σ’ έναν καταθλιπτικό διάδρομο, προσπερνώντας ατέλειωτες σειρές τάφων, τοποθετημένες παράλληλα και στις δύο πλευρές των τοίχων.

Έφτασε σ’ ένα σημείο που είχε σημαδέψει με καπνιά για να μην ξεχάσει. Έσβησε με τη σκέψη του τον πυρσό.

Παραμέρισε ευλαβικά έναν ανατριχιαστικά γνώριμο σωρό από κόκαλα. Στριμώχτηκε για να χωρέσει και ξάπλωσε.

Έσβησε τα μάτια του. Επιτέλους θ’ αναπαυόταν έπειτα από πάρα πολλά χρόνια.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Η ιστορία της Δρακοφωλιάς- Μέρος Β'


Ανεβάζω σήμερα το δεύτερο μέρος του παραμυθιού για την ιστορία της Δρακοφωλιάς. Υπενθυμίζω ότι η αρχή βρίσκεται εδώ:
http://kingdomofarachnida.blogspot.com/2009/03/blog-post_09.html Από την ιστορία λείπουν μία ή δύο μικρές παράγραφοι, που θα συνδέεουν την πλοκή όσα συμβαίνουν στο τρίτο βιβλίο. Επίσης λείπουν και μερικές διορθώσεις. Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και το τρίτο και τελευταίο μέρος.


Ανάμεσα στα ΚΕΦΑΛΑΙΑ 53 και 54: Η ιστορία της Δρακοφωλιάς (Β' Μέρος)

[...]
Για τους δικούς του λόγους ο Πρίγκιπας πείσθηκε πως αυτό ήταν το καλύτερο για την πόλη του και ακόλουθα έπεισε και τους υπηκόους του. Σύντομα οι νεοφερμένοι μελανέρυθροι θυρεοί της Αράχνης, άρχισαν να κυματίζουν περήφανα στις επάλξεις της Δρακοφωλιάς, όπως κυμάτιζαν στην Αδιγχάρα, στο Μεριάν, στην Ένιεθ και στις υπόλοιπες. Και σε όλο το νεοσύστατο βασίλειο, η πόλη του Πρίγκιπα έτυχε να είναι η βορειότερη και η πιο απομακρυσμένη.

Και συνέβη ένα παράξενο και συνάμα αναπόδραστο γεγονός: ο Πρίγκιπας απότομα γέρασε. Κάθε μέρα εξέπνεε ζωή από μέσα του χωρίς να την ανανεώνει, ο χρόνος σαν να συγχρονίστηκε μαζί του τελικά. Ο Πρίγκιπας δεν άργησε να εγκαταλείψει τον κόσμο και την πόλη που είχε αγαπήσει και οι κάτοικοι αποφάσισαν να χτίσουν ένα μαυσωλείο προς τιμήν του. Σκαλισμένο στο σώμα του βράχου και κεντημένο με ρούνους, αετούς και δράκους- τα σύμβολα της αράχνης δεν τα αισθάνονταν ακόμα αρκετά οικεία για να τα συμπεριλάβουν.

Από τότε χίλια χρόνια ήρθαν και πέρασαν. Οι κάτοικοι της Δρακοφωλιάς θυμούνταν μόνο σαν όνειρο και μέσα από παραμύθια που ξεχνιούνταν σιγά σιγά, τη μακρινή καταγωγή τους και τον Πρίγκιπα που κάποτε όριζε τις τύχες των βουνών τους. Αλλά τα γεγονόταν επέλεξαν να τους θυμίσουν. Γιατί ήρθαν κι άλλοι άνθρωποι από τις πεδιάδες, αυτή τη φορά όχι για να ζητήσουν καταφύγιο και γη να εγκατασταθούν, αλλά για να κάψουν και να διαγουμίσουν. Πόλεμος. Θάνατος. Σκοτάδι.

Όταν ξεκίνησε η πολιορκία από τους Πεδιανθρώπους, η πρώτη βολή καταπέλτη χτύπησε τον τρούλο διαλύοντάς τον και σκοτώνοντας όσους είχαν καταφύγει εκεί για να προσευχηθούν. Οι βάρβαροι βομβαρδισμοί ενάντια στην πόλη και όχι στα τείχη της, συνεχίστηκαν ανελέητα για μέρες, ώσπου ισοπεδώθηκαν οι πάντες και τα πάντα.

Αυτό, όμως δεν ήταν σωστό.

Καθώς το έδαφος έτρεμε, μέσα στο Μαυσωλείο του αφυπνίστηκε ο αρχαίος Πρίγκιπας Μπούντιμιρ. Όταν συνειδητοποίησε τον όλεθρο που σκέπαζε την πόλη του, έφερε στη ζωή πολλούς απ’ τους πιστούς υπηρέτες του και τους μοίρασε μαγικά όπλα που παρ’ ότι είναι φτιαγμένα στον κόσμο των φαντασμάτων, έχουν τη δύναμη να σκοτώνουν και στον κόσμο των ζωντανών. Δεν είχαν εγερθεί απ’ την αιώνια ανάπαυσή τους για να πολεμήσουν στο πλευρό του Βασιλείου της Αράχνης. Ο πόλεμος και οι έχθρες ανάμεσα στους ανθρώπους, λίγο τους ενδιαφέρανε. Είχαν σηκωθεί γιατί η βεβήλωση όσων είχαν χτίσει, όφειλε να τιμωρηθεί.

Περιγραφές δεν υπάρχουν, γιατί όσα τελώνια και Πεδιάνθρωποι πάτησαν το πόδι τους μες στην πόλη εκείνη τη μέρα χάθηκαν, η ύπαρξή τους σβήστηκε. Και η πόλη αυτή γκρεμίστηκε, τα πάντα σωριάστηκαν στη λήθη, ούτε ένας κάτοικος δεν έμεινε ζωντανός.

Και όταν τελείωσαν οι υπηρέτες του Πρίγκιπα το έργο τους και οι άνθρωποι και των δύο παρατάξεων αποφάσισαν να παρατήσουν στην τύχη της την πόλη, οι περισσότεροι επέστρεψαν γαληνεμένοι να αναπαυθούν στους αιώνιους τάφους τους. Ο Πρίγκιπας, όμως παλινορθώθηκε στο θρόνο του και μες στα ερείπια του παλατιού του, ακόμα κάθεται και συλλογιέται, αναπολώντας περασμένα μεγαλεία. Ή έτσι υποστηρίζει ο θρύλος που μεταδίδεται από στόμα βάρδου σε αυτιά εύπιστων.

Και σύμφωνα με τις επικές αφηγήσεις, μερικοί απ’ τους υπηρέτες του Πρίγκιπα, επέλεξαν να παραμείνουν μαζί του στην επιφάνεια και να τριγυρίζουν στους ερειπωμένους δρόμους της πόλης, χωρίς αιτία και σκοπό και νομίζοντας μερικές φορές ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, ότι ο κόσμος των σκιών είναι ο κόσμος των ζωντανών. Στα μάτια τους η πόλη, παρέμεινε ίδια κι απαράλλαχτη με τα μαρμάρινα μνημεία, τα ψηφιδωτά από χαλαζία και τα φλάμπουρα από βελούδο. Ήταν σαν τίποτα να μην την είχε αγγίξει, ούτε καν ο χρόνος.

Συνήθως οι σκιώδεις αυτοί κάτοικοι ακολουθούσαν κατά γράμμα τις εντολές του Πρίγκιπα και δεν εγκατέλειπαν την πόλη- όλοι οι λόγοι για να το κάνουν αυτό είχαν οριστικά εκλείψει. Υπήρχαν, όμως και λιγοστοί που περισσότερο γιατί έχασαν το δρόμο τους και λιγότερο από ανυπακοή, ξέφευγαν από τα όρια των μισογκρεμισμένων τειχών της πόλης και έβγαιναν στα βουνά. Ήταν άνθρωποι που είχαν πεθάνει άδικα και βίαια και οι ψυχές τους περιφέρονταν χαμένες, όχι τόσο για να βρουν λύτρωση, όσο για να παρασύρουν στο δικό τους δρόμο, ζωντανούς ανθρώπους.

Όσοι έχουν γνώση της ανίερης ύπαρξής τους, τούς ονομάζουν Νυχτερινούς Ταξιδιώτες και αποφεύγουν με κάθε τίμημα τη συνάντηση μαζί τους.

Μα και κάποιος άλλος έχει μείνει να τριγυρνάει τα βράδια στους έρημους δρόμους της Δρακοφωλιάς και αυτός ο κάποιος είχε επιστρέψει μετά από πολύ καιρό. Έλειπε στα Νότια, είχε δουλειές και με τους ευγενείς και με τους χωρικούς. Είχε βοηθήσει κόσμο με τον τρόπο του, αλλά δεν περίμενε ανταμοιβή- ένας καλός λόγος κάθε λίγο και λιγάκι του αρκούσε. Το όνομά του πολλοί το είχαν ακούσει και συχνά άκουγε να το χλευάζουν, μα έτσι ήταν ο χαρακτήρας του που δεν τον πολυένοιαζε. Όπως και να είχε, είχε ολοκληρώσει το έργο του στο όνομα του Θεού και στο μυαλό του είχε ωριμάσει η σκέψη να αποτραβηχτεί για μερικές εποχές από τα εγκόσμια.

Με βαριά βήματα τώρα έφτασε στην πόρτα του άλλοτε ναού της Δρακοφωλιάς και έβγαλε κάτω από το ράσο του ένα μεγάλο μπρούτζινο κλειδί...


Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Η ιστορία της Δρακοφωλιάς- Μέρος Α'

Όσοι έχουν διαβάσει έστω και λίγο από την "Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες", θα γνωρίζουν ότι η Δρακοφωλιά είναι μία από τις οχτώ πόλεις του Βασιλείου της Αράχνης. Για την ακρίβεια είναι η πιο απομονωμένη απ' όλες μιας και είναι χτισμένη στην πλέον απόκρημνη πλαγιά της οροσειράς Ντραγκούτ. Σήμερα ανεβάζω το πρώτο μέρος ενός διηγήματος το οποίο αφηγείται την ιστορία της. Τα όσα θα διαβάσετε εδώ δεν σχετίζονται άμεσα με την κεντρική πλοκή των βιβλίων, είναι περισσότερο επικουρικά για να ανατρέξει όποιος αναγνώστης θέλει περισσότερες λεπτομέρειες.
Η σκέψη μου γενικότερα είναι να ανεβάσω μερικά ακόμα "άτυπα κεφάλαια" στο ιστολόγιο, τα οποία θα συμπληρώνουν κομμάτια απ' τον κόσμο του "Βασιλείου της Αράχνης". Υπενθυμίζω ότι ηδη έχω ανεβάσει σε προηγούμενη ανάρτησή μου και ένα από τα πρώτα κεφάλαια του τρίτου (υπό έκδοση) τόμου ("Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα"), το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στο: http://kingdomofarachnida.blogspot.com/2008/12/36.html
Αν έπρεπε να τοποθετήσω κάπου την "Ιστορία της Δρακοφωλιάς", ίσως θα την έβαζα ανάμεσα στα κεφάλαια 53 και 54 των βιβλίων. Αρκετά με την εισαγωγή. Ορίστε και όπως πάντα οι παρατηρήσεις και τα σχόλια είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτα.



Ανάμεσα στα ΚΕΦΑΛΑΙΑ 53 και 54: Η ιστορία της Δρακοφωλιάς (Α' Μέρος)


Σε εκείνο το μέρος, σήμερα που έχουν περάσει εξήντα τρία χρόνια από το ξεκίνημα του πολέμου, περπατάς πάνω σε σκόνη και πάντα πρέπει να έχεις το νου σου, γιατί τα χαλάσματα κρύβουν πολλές παγίδες. Παγίδες που μπορεί να σε πληγώσουν και παγίδες που μπορεί να εγκλωβίσουν σαν δόκανα το θυμικό σου.

Από μακριά αν δει κανείς την πόλη, μπορεί και να τη μπερδέψει με σκαλισμένο απ’ τον άνεμο και τις βροχές κομμάτι μονόλιθου γιατί όλα τα σπίτια, οι αποθήκες και τα μέγαρα είναι σκαμμένα μέσα στον βράχο και επιπλέον έχει πολλά χρόνια να τα συντηρήσει κάποιος, έτσι ώστε αυτά σιγά σιγά επιστρέφουν στη φύση που τα γέννησε, γίνονται πάλι ψηφίδα του τοπίου.

Παλιά ζούσαν πολύβουοι άνθρωποι σε εκείνα τα γκρίζα σπίτια, οι οποίοι όμως δεν ήταν και εκείνοι που τα είχαν χτίσει. Είχαν φτάσει εκεί διασχίζοντας με πολλές στερήσεις και τα λιγοστά τους υπάρχοντα βουνά και χώρες, και είχαν βρει εκείνη την καστροπολιτεία εγκαταλελειμμένη στην απόκρημνη κορυφή του απόκρημνου βουνού. Αυτοί οι ρακένδυτοι και τυραννισμένοι ταξιδιώτες, μπήκαν στα καλοχτισμένα σπίτια, διάλεξε ο καθένας το δικό του και για να είναι όλοι χαρούμενοι και να αισθάνονται ασφαλείς, διάλεξαν με κλήρο έναν ανάμεσά τους και τον όρισαν για Πρίγκιπα. Από εκεί και έπειτα, ο Πρίγκιπας θα ήταν υπεύθυνος για τους νόμους, τους φόρους, το στρατό, τα κοπάδια, τις καλλιέργειες, την πίστη, τα πάντα. Και ο Πρίγκιπας επειδή είχε διαβάσει μικρός ένα παραμύθι για έναν δράκο που είχε τη φωλιά του στο ψηλότερο βουνό της Ντραγκούτ, αποφάσισε να ονομάσει την πόλη του «Δρακοφωλιά». Αυτά τα γεγονότα, όμως έγιναν παλιά, πολύ παλιά.

Όλα έμοιαζαν να κυλούν ρόδινα γιατί τα βράχια που περικύκλωναν τη Δρακοφωλιά δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια στην πλεονεξία να αναπτυχθεί και ο εγωισμός δεν ήταν τότε, τόσο αναπτυγμένη έννοια. Και ο καθένας απ’ τους απλούς εκείνους ανθρώπους ασχολιόταν μονάχα με τις δουλειές του και τίποτε άλλο, όταν συνέβη κάτι που έκανε τους υπηκόους του Πρίγκιπα να θυμηθούν ότι δεν ήταν μόνοι στον κόσμο.

Είχαν περάσει κοντά δύο αιώνες απ’ τη μέρα που ο Πρίγκιπας ανέλαβε με κλήρο το θρόνο του, όταν ανέβηκαν στα βουνά κάποιοι άλλοι άνθρωποι προερχόμενοι απ’ τις πεδιάδες, διωγμένοι απ’ την πατρίδα τους και πεινασμένοι. Και είχαν τόσες συμφορές στα κεφάλια τους, που οι κάτοικοι της Δρακοφωλιάς είδαν στα πρόσωπά τους τα δικά τους πρόσωπα, όταν αυτοί περιπλανούνταν απάτριδες στα αφιλόξενα βουνά και δάση.

Οι υπηρέτες του Πρίγκιπα τους υποδέχτηκαν άδολα και τους φιλοξένησαν για όσο καιρό χρειάζονταν ώστε να γίνουν οι νεοφερμένοι επίσης υπηρέτες του Πρίγκιπα. Γιατί η πόλη συνέχεια αναπτυσσόταν σύμφωνα με τα πολύπλοκα σχέδια του Πρίγκιπα και πάντα υπήρχε ανάγκη για περισσότερα χέρια να δουλέψουν. Και το παλιό αίμα αναμείχθηκε με το καινούργιο, ώστε μετά από δυο τρεις γενιές δεν μπορούσες να διακρίνεις με βεβαιότητα ποιος καταγόταν από πού.

Πέρασαν ακόμα περισσότερα χρόνια. Οι κάτοικοι της Δρακοφωλιάς γερνούσαν και πέθαιναν, με εξαίρεση τον Πρίγκιπα, που τα χαρακτηριστικά του παρέμεναν σχεδόν αναλλοίωτα στο χρόνο. Μόνο το δέρμα του έμοιαζε λίγο να σαρακιάζει και οι γραμμές στο πρόσωπό του να βαθαίνουν. Αλλά επειδή αυτός ήταν ο εκλεκτός του κλήρου και επιπλέον τα σχέδιά του ωφελούσαν την πόλη, όλοι τον αγαπούσαν και υπάκουαν στις εντολές του.

Και τότε έγινε κάτι ακόμα που θύμισε στους κατοίκους της Δρακοφωλιάς ότι δεν ήταν μόνοι στον κόσμο. Θα ήταν περίπου δέκα αιώνες πριν το σήμερα, όταν αφίχθησαν στις πύλες της Δρακοφωλιάς, μερικοί απεσταλμένοι ντυμένοι με φανταχτερά ενδύματα και πλουμιστά άτια. Ανακοίνωσαν στον Πρίγκιπα ότι στα νότια της οροσειράς Ντραγκούτ υπήρχαν ακόμα εφτά πόλεις, μεγάλες και δυνατές, πλούσιες και πολιτισμένες. Και παρομοίωσαν την κάθε μια με πανίσχυρο χρυσαετό, που ανοίγει τα φτερά του πάνω απ’ την οικουμένη. Οι σεπτοί Άρχοντες των πόλεων αυτών, είχαν αποφασίσει να ενωθούν υπό έναν κοινό θυρεό, έτσι ώστε να μην υπάρξει ποτέ διχόνοια ανάμεσά τους και να βοηθάει η μία την άλλη.

Μετά την παρουσίαση


Έστω και καθυστερημένα ένας μικρός απόηχος από την τριπλή παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη. Περάσαμε τέλεια πριν και μετά, ένα φανταστικό διήμερο με αποκορύφωμα με την τρελή εμφάνισή μας στο TV 100. Στην εκδήλωση όλα κύλησαν πολύ όμορφα, ήρθαν πάρα πολλοί αναγνώστες και τους ευχαριστούμε από καρδιάς που μας τίμησαν με την παρουσία τους. Να και μερικές φωτογραφίες:


Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη, 23/01



















Ανεβάζω την πολύ όμορφη πρόσκληση για την κοινή παρουσίαση του Βασιλείου της Αράχνης στη Θεσσαλονίκη, μαζί με τους "Ονειροψιθυριστές" και το "Φύλακα του Χρόνου".
Θυμίζω ότι η παρουσίαση είναι στις 23 Ιανουαρίου, Παρασκευή. Περιμένουμε όλους τους αναγνώστες του φανταστικού και όχι μόνο. Αν θέλετε μπορείτε να αναζητήσετε και το σχετικό event στο facebook.