Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

βορειοδυτικές εκδόσεις - βασίλειο της αράχνης

Βρίσκομαι στα starbucks της Κοραή, γράφω στον υπολογιστή και έχω δίπλα μου το Κοράκι σε Άλικο Φόντο. Έχω έρθει στην Αθήνα για την εκτύπωση των πρώτων βιβλίων των Βορειοδυτικών Εκδόσεων.
Σε υπόλοιπα νέα, υπολογίζω ότι την άνοιξη ο κύκλος του Βασιλείου της Αράχνης θα ολοκληρωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Παραπάμπω και σε ένα ενδιαφέρων άρθρο του ηλεκτρονικού αναγνώστη, σχετικά με τα e-books των εκδόσεων Λιβάνη.

υγ: άλλαξα και το φόντο του ιστολογίου, να είναι λίγο πιο παγωμένο

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Κοράκι σε Άλικο Φόντο

Καλημέρα. Με μικρές αλλαγές και προσθήκες επαναλαμβάνω την προηγούμενη ανάρτηση, μιας και πλέον το Κοράκι κούρνιαξε στα πρώτα βιβλιοπωλεία και είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα ανοίξει τα φτερά του για μεγάλα πράγματα.

Η σημαντικότερη στιγμή για το ελληνικό φάνταζυ, τουλάχιστον για φέτος, αλλά και για τα τελευταία χρόνια, έφτασε. Όπως θα ξέρετε και όσοι διαβάζετε το σχετικό ιστολόγιο, το Κοράκι σε Άλικο Φόντο είναι ένα μυθιστόρημα φαντασίας του Λευτέρη Κεραμίδα, που σύντομα πιστεύω θα χαρακτηριστεί ως ο ελληνικός μύθος των Οτόρι.
Ο Λευτέρης διαθέτει μια εξαιρετική πένα και εγώ προσωπικά βελτιώθηκα πολύ διαβάζοντας κείμενα και διηγήματά του. Πέρα από αυτά είναι και ένας εξαιρετικός άνθρωπος, αλλά αρκετά με το λιβάνισμα, εσείς ως αναγνώστες δεν χρειάζεται να γνωρίζετε τίποτα από αυτά. Αυτός που σας ενδιαφέρει και μπορείτε εύκολα να διαπιστώσετε την ποιότητά του, είναι ο τρόπος γραφής του. Πηγαίνοντας στο ιστολόγιο του βιβλίου θα βρείτε μια προδημοσίευση του πρώτου κεφαλαίου (και πολλά άλλα συνοδευτικά κείμενα, καθώς και μαγευτικά παραμύθια από τον κόσμο).
Μία γεύση για το βιβλίο (σχεδόν κυριολεκτικά) μπορείτε να πάρετε και στο σχετικό άρθρο στο ιστολόγιο της Ευθυμίας Δεσποτάκη, ενώ λεπτομέρειες υπάρχουν και στην εκτενή συζήτηση στο sff. Τέλος, ξεχωριστή μνεία αξίζει το αισθητικό κομμάτι του βιβλίου: το εξώφυλλο που σχεδίασε ο Γιώργος Ναζλής είναι χωρίς υπερβολή ένα από τα ομορφότερα που έχω δει.

Ανεβάζω και ένα απόσπασμα από τον υπέροχο χάρτη του βιβλίου (διά χειρός Ozzo), ενώ αντιγράφω και την πρώτη ανάρτηση του συγγραφέα στο ιστολόγιό του στις 8 Οκτωβρίου του 2008, λόγια που σηματοδοτούσαν την αρχή ενός ανεπανάληπτου ταξιδιού: "Δημιουργώ σήμερα αυτό το ιστολόγιο για την υποστήριξη της σειράς φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ, συγκεκριμένα) "Οι Γιοι της Στάχτης", την οποία γράφω και φιλοδοξώ να εκδόσω. Προς το παρόν, δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν. Μόλις ολοκλήρωσα τις διορθώσεις στο πρώτο βιβλίο και ετοιμάζομαι να το ταχυδρομήσω σε εκδότη. Σιγά-σιγά, μια φορά την εβδομάδα ίσως, λέω ν' αρχίσω να μοιράζομαι λεπτομέρειες για τον κόσμο που έχω πλάσει στο μυαλό μου και στο χαρτί. Κι επίσης να μοιράζομαι την αγωνία μου για το αν θα γίνει δεκτό προς έκδοση το βιβλίο, αν θα πάει καλά (σε περίπτωση που φανώ τυχερός κι όντως εκδοθεί) κτλ. Πολλές ιδέες έχω και πολλή όρεξη, όπως όλοι όταν στήνουν ένα ιστολόγιο. Αν όντως θα τις υλοποιήσω, αν θα συνεχίσω να έχω όρεξη να προσθέτω σ' αυτά που μόλις διαβάσατε; Θα δείξει".

Λευτέρη, καλή επιτυχία.
Είναι δεδομένη.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Κοράκι σε Άλικο Φόντο

Η σημαντικότερη στιγμή για το ελληνικό φάνταζυ, τουλάχιστον για φέτος, πλησιάζει. Όπως θα ξέρετε και όσοι διαβάζετε το ιστολόγιο των Γιων της Στάχτης, σε λίγες μέρες θα έχει κουρνιάξει στις βιβλιοθήκες μας το αξιανάγνωστο κοράκι του Λευτέρη Κεραμίδα. Εκεί θα βρείτε και μια προδημοσίευση του πρώτου κεφαλαίου.
Μπήκα προς στιγμήν στον πειρασμό να ανεβάσω το πανέμορφο εξώφυλλο, αλλά μάλλον πρέπει να αφήσω την πρωτιά στον ίδιο το συγγραφέα. Πάντως μία γεύση για το βιβλίο (σχεδόν κυριολεκτικά) μπορείτε να πάρετε και στο σχετικό άρθρο στο ιστολόγιο της Ευθυμίας Δεσποτάκη.

Στα υπόλοιπα νέα, σημειώθηκε μια γλυκόπικρη εξέλιξη σχετικά με το μέλλον του Βασιλείου της Αράχνης. Καθώς δεν υπήρχε καμία προοπτική έντυπης έκδοσης του τρίτου τόμου και γενικότερα είχα αρκετά παράπονα απ' τη συνεργασία μου με τις εκδόσεις Λιβάνη, ζήτησα και αποδέσμευσα τα δικαιώματα των βιβλίων. Έτσι, εκτός συγκλονιστικοί απροόπτου, ανοίγει ο δρόμος για έκδοση του τρίτου βιβλίου κατά την άνοιξη, από τις βορειοδυτικές εκδόσεις, που συγκρότησα εδώ στα Γιάννενα.
Κατά σύμπτωση θα είναι και το τρίτο βιβλίο των βορειοδυτικών, ενώ υπάρχει το σχέδιο με αυτό το βιβλίο να ολοκληρωθεί και η σειρά. Όσοι τίμησαν με την ηλεκτρονική ανάγνωσή τους το "Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα", θα γνωρίζουν ότι η ιστορία έχει συνέχεια*. Βασική μου σκέψη είναι να συμπυκνώσω λίγο τη γραφή και να προσθέσω δέκα κεφάλαια, ώστε όταν κυκλοφορήσει την άνοιξη το βιβλίο, θα ολοκληρώνει το ταξίδι του Βασιλείου της Αράχνης. Εννοείται, ότι όπως και όλα τα βιβλία των βορειοδυτικών εκδόσεων, εκτός από το να το αγοράσετε στο βιβλιοπωλείο, θα μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν και από το site μας.

*Πάντως το μεσαιωνικό διήγημά μου "Ο θρύλος της Μονοβύζας", μπορείτε πλέον να το διαβάσετε και στο site του Λιβάνη.

**Τρεις αναρτήσεις πιο πριν υπάρχει το link για κατέβασμα του βιβλίου

edit: το όριο του προηγούμενου link εξαντλήθηκε, δοκιμάστε και εδώ: http://rapidshare.com/files/427454828/BasileioAraxnisIII.pdf

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Ο Θρύλος της Μονοβύζας

Όλα ήσυχα στο δυτικό μέτωπο. Γιάννενα είμαι, σήμερα γνωρίστηκα με τον ενορχηστρωτή του "Αντί Χ Λόγου", γράφω λίγο μια αστεία ιστορία που ανεβάζω σε συνέχειες στο facebook, κάνω μερικές διορθώσεις, περιμένω απαντήσεις στις χίλιες ερωτήσεις που έχω υποβάλει στον εκδοτικό μου οίκο, στις 9 Νοέμβρη θα κατέβω να ψηφίσω στην Αρκαδία, στις 19 θα είμαι στην Πάτρα για να συμμετέχω στην παρουσίαση του "Βασιλιά Ίκελου" του Νίκου Καρακάση (εκτός απροόπτου), και λίγο πριν ή λίγο μετά θα ανηφορίσω Έδεσσα για να παρουσιάσω το Βασίλειο της Αράχνης. Και ταυτόχρονα θα πρέπει να διορθώσω τα βιβλία των (υπό σύσταση και σκέψεων) "Βορειοδυτικών Εκδόσεων".

Το sff.gr λογικά όσοι περνάτε μία βόλτα από αυτό το ιστολόγιο το ξέρετε. Είναι ουσιαστικά το ελληνικό portal του φανταστικού και εκεί μπορείτε να συναντήσετε λίγο πολύ σύσσωμη την κοινότητα του είδους, είτε πρόκειται για αναγνώστες είτε για συγγραφείς. Αυτό τον καιρό διοργανώνεται ένας διαγωνισμός φάνταζυ με θέμα το "μυστικό". Συμμετέχουν 22 διηγήματα μελών του φόρουμ και ανάμεσά τους θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε ορισμένα αξιόλογα. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό topic και εδώ την αναλυτική λίστα με όλες τις ιστορίες. Όπως θα διαπιστώσετε παίρνω και εγώ μέρος με το μυστηριώδη "Θρύλο της Μονοβύζας", ένα θέμα που με συναρπάζει λόγω και της καταγωγής μου (ο συγκεκριμένος εκτυλίσσεται στην ορεινή Γορτυνία). Θα σας πρότεινα από τη λίστα, τα διηγήματα 2, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 21. Εντάξει, και το δικό μου εννοείται : )

Λοιπόν, αν είχα καθυστερήσει λίγο περισσότερο θα έβαζα στην προηγούμενη ανάρτηση ένα ακόμα ευχάριστο νέο. Ο φίλος Γιώργος από το Tales of a Broken Sword, συμφώνησε με τον Κέδρο για την έκδοση ενός παιδικού-εφηβικού φάνταζυ που έχει γράψει. Έχοντας διαβάσει το πρώτο μέρος μπορώ να πω ότι είναι πολύ καλό, αλλά θα πρέπει να κάνουμε λίγο υπομονή μέχρι να το δούμε στα ράφια. Έρχεται τα επόμενα Χριστούγεννα.

Τέλος αν σας αρέσουν τα ζόμπι, μπορείτε να τηλεμεταφερθείτε στη "σελίδα για άλλες σελίδες" όπου παρουσιάζω το "Περηφάνια και προκατάληψη και ζόμπι". Μην αναρωτηθείτε γιατί. Απλώς διαβάστε το. Αν όμως είστε για κάτι πιο κινηματογραφικό, τότε ίσως σας δώσω κάποια ιδέα απ' την "καρέκλα του σκηνοθέτη".

Over and out.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ζυμώσεις και Κοράκια

Μεσολάβησε το καλοκαίρι, διάστημα κατά το οποίο μάζεψα αρκετές θετικές (ή μάλλον θετικές :D ) γνώμες για το "Τέχνασμα". Όσο για την κυκλοφορία σε e-book δεν έχω βγάλει ακόμα συμπέρασμα. Σίγουρα είμαι ευχαριστημένος που πολλοί (με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο) κατέβασαν το βιβλίο στον υπολογιστή τους.
Διάφορες ιδέες σχεδιάζω στο τετράδιό μου τον τελευταίο καιρό. Το πιθανότερο είναι ότι θα κάνω έναν μικρό εκδοτικό οίκο μέσα στους επόμενους μήνες, με έδρα τα Γιάννενα. Λεπτομέρειες που ίσως ενδιαφέρουν συγγραφείς θα ανεβάσω στο μέλλον, αλλά ήδη έχω στο μυαλό μου και μερικά βιβλία που θα ήθελα να κυκλοφορήσουν με τη "σφραγίδα" μου.
Ανάμεσα σε αυτά είναι και ο τρίτος τόμος του "Βασιλείου της Αράχνης", που για την ώρα υπάρχει μόνο σε ηλεκτρονική μορφή (βλ. και προηγούμενη ανάρτηση). Η αλήθεια είναι ότι έχω ζητήσει από τον εκδοτικό μου οίκο (Λιβάνη, εκεί όπου είναι τα συγγραφικά μου δικαιώματα) να μου παραχωρήσει τα δικαιώματα ώστε να ανοίξει ο δρόμος και για την κυκλοφορία του τέταρτου τόμου. Ελπίζω να ξεπεραστούν τα νομικά προβλήματα και κάποια στιγμή το "Τέχνασμα" (καθώς και ο τέταρτος τόμος) να φτάσουν στα βιβλιοπωλεία.
Πάντως από τον Μάιο έχω υποβάλει για έγκριση και ένα ακόμα βιβλίο, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που καλύπτει μια μεγάλη περίοδο του Μεσαίωνα. Όπως καταλαβαίνετε υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στις συνεννοήσεις, αλλά ελπίζω ότι σύντομα θα ανακοινώσω ένα... αίσιο τέλος.
Αλλά όλα αυτά είναι ακόμα σχέδια. Το τι ακριβώς θα γίνει θα το γνωρίζω στις επόμενες εβδομάδες.
Όπως στις επόμενες εβδομάδες περιμένω με ανυπομονησία το "Κοράκι σε Άλικο Φόντο", ένα εξαιρετικό φάντασυ που θα κυκλοφορήσει απ' τον Πατάκη. Μπορώ από τώρα να σας εγγυηθώ ότι το εξώφυλλό του είναι ένα από τα πιο όμορφα που έχετε δει ποτέ. Περισσότερα για το κοράκι και τον συγγραφέα Λευτέρη Κεραμίδα, υπάρχουν εδώ.
Αυτά για την ώρα. Αν θέλετε περάστε μία βόλτα από τη "σελίδα για άλλες σελίδες" όπου φιλοξενώ αυτή την εβδομάδα την ποιήτρια Άννα Νιαράκη, ή από την "καρέκλα του σκηνοθέτη", όπου θα διαβάσετε αναλυτική παρουσίαση του πολυσυζητημένου Inception.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα: Rapidshare

Ένα από τα αγαπημένα θέματα που θίγω σε συνεντεύξεις που μου έχουν δώσει διάφοροι συγγραφείς στη "σελίδα για άλλες σελίδες", είναι αυτό της διάθεσης βιβλίων μέσω ίντερνετ. Και δεν μιλάω μόνο για τα νομότυπα e-books που μπορείτε να αγοράσετε στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Μιλάω και για όσα μπορείτε να βρείτε σε torrents ή στο rapidshare. Το ζήτημα είναι μεγάλο και υποθέτω υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ και των δύο πλευρών.

Δεν ανεβάζω όμως την ανάρτηση για να εκθέσω τις απόψεις μου.

ΥΓ: Όπως γνωρίζετε το τρίτο μέρος του "Βασιλείου της Αράχνης" κυκλοφόρησε αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή και δικαιολογημένα έχω ακούσει αρκετά παράπονα. Εδώ πάντως μπορείτε να πάρετε μία γεύση*:
http://rapidshare.com/files/406123500/BasileioAraxnisIII.pdf

*Το όριο είναι για δέκα downloads, αλλά αν χρειαστεί το ξανανεβάζω.

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Κυκλοφορία τρίτου τόμου: Τέχνασμα δεμένο με άλλο τέχνασμα


A long expected party!
Ο τρίτος τόμος του Βασιλείου της Αράχνης είναι πλέον διαθέσιμος για download από το myEbooks.gr και τις εκδόσεις Λιβάνη- εδώ είναι και το σχετικό link.
Για την ακρίβεια είναι διαθέσιμα σε μορφή e-book και τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς, ώστε αν θέλει κάποιος να κατεβάσει ολοκληρωμένη την τριλογία με τις περιπέτειες του Αλιόσκα και της Ένια (η ιστορία όμως θα συνεχιστεί σε ένα ακόμα βιβλίο).

Στην αμέσως προηγούμενη ανάρτησή μου μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, ενώ η σύνοψη έχει ως εξής:
"Μετά την απελπισμένη έξοδο απ' την πολιορκούμενη πόλη της Αδιγχάρα, οι λιγοστοί επιζώντες συγκεντρώνονται στη ρίζα της γριάς βελανιδιάς για ν' αποφασίσουν τις επόμενες κινήσεις τους. Ανάμεσά τους ο αγγελιοφόρος Αλιόσκα, η ταχυδακτυλουργός Νάιλο, ο πρώην κατάδικος Ροτ, ο ψευδοπροφήτης Φραγκίσκος και ο μισοξωτικός Χίλβαν. Αποστολή τους είναι να βρουν τον πύργο του Παλαβού Αλχημιστή και αφού λύσουν το μυστηριώδη γρίφο της εισόδου, ν' ανακαλύψουν το τρίτο κομμάτι της απόκρυφης περγαμηνής. Όμως υπάρχουν κι άλλοι που επιζτούν τα μυστικά της περγαμηνής και θα διαπράξουν ανόσια εγκλήματα προκειμένου να την αποκτήσουν. Την ίδια ώρα που οι υπήκοοι της Αράχνης δίνουν την τελευταία μάχη ενάντια στους Πεδιανθρώπους, οι απεσταλμένοι των Ουρανών ετοιmάζονται να μονομαχήσουν με τους υπηρέτες του Κάτω Βασιλείου.
Στον τρίτο τόμο της σειράς μια περιπέτεια ολοκληρώνεται και μια νέα ξεκινάει."

Πιστεύω ότι όποιος έχει διαβάσει τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς (έστω και πριν από μήνες) θα μπορέσει να ακολουθήσει χωρίς δυσκολία την πλοκή του Τεχνάσματος, άλλωστε σε αυτό θα βοηθηθεί και από την περίληψη που υπάρχει στις πρώτες σελίδες, αλλά και από το ανανεωμένο γλωσσάρι στο τέλος.

Είμαι εδώ για παρατηρήσεις, κριτική και σχόλια.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα: Πρόλογος












Για όσους θέλουν να πάρουν μία γεύση από το "Τέχνασμα δεμένο με άλλο τέχνασμα", ανεβάζω ξανά το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Όπως θα διαπιστώσετε το συγκεκριμένο απόσπασμα δεν αναφέρεται στις περιπέτειες του Αλιόσκα και της Ένια, αλλά σε μία παράλληλη ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν δύο από τις αόρατες δυνάμεις. Οι αόρατες δυνάμεις είναι παρουσίες που ελάχιστα αντιλαμβάνονται και κατανοούν οι άνθρωποι, αλλά που οι πράξεις τους επηρεάζουν την πορεία του κόσμου από τη γένεσή του.
Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστης κλώτσο να γυρίσει παραμύθι ν' αρχινήσει...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36

Πέρα από τον κόσμο των ορατών

Εκατόν είκοσι εφτά χρόνια πριν από σήμερα, το έτος 1000 από κτήσεως του βασιλείου


ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ ΞΗΜΕΡΩΝΟΥΝ πιο σκοτεινές από κάποιες άλλες. Εκείνος το αισθάνεται από την πρώτη στιγμή που ανοίγει τα μάτια, από την πρώτη ανάσα που επιστρέφει μέσα του, από την πρώτη σκιά που ρίχνει το σώμα του. Σαν αυτές ήταν κι εκείνη η ημέρα.

Όταν ο ήλιος ανέτειλε, ο Ιππότης γονάτισε στο χώμα για την αρχετυπική προσευχή του και μόλις έφτασε στο τέλος, σχημάτισε ένα σύμβολο στον αέρα και σηκώθηκε όρθιος, τινάζοντας τις σκόνες από τα γόνατα και τις παλάμες του. Για όση ώρα απήγγειλε μέσα του τις τέσσερις στροφές των οχτώ στίχων και των εξήντα τεσσάρων συλλαβών, είχε απομονωθεί από το περιβάλλον, αισθανόμενος ακόμα εντονότερα τη διττή μορφή της υπόστασής του. Υπήρχε και δεν υπήρχε.

Πήρε βαθιά ανάσα. Τίποτε δεν φούσκωνε τα πνευμόνια του με μεγαλύτερη ικανοποίηση απ’ το να βοηθάει τους αδύναμους γύρω του να μην υποφέρουν, τους πληγωμένους να μην πονάνε και τους αδικημένους να μην μένουν απροστάτευτοι. Αλλά και τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο απ’ αυτό, γιατί πάντα το ιερό καθήκον του ήταν συνυφασμένο με οδύνη ανείπωτη και εμπεριείχε την τιμωρία των παραβατών και των υβριστών. Τιμωρία δίκαιη, αλλά και σκληρή και βίαια στη μορφή που είχε οριστεί να εκτελείται.

Ο Ιππότης πολλές φορές αναρωτιόταν αν πράγματι έχει νόημα η αποστολή του ή αν ό,τι κι αν έκανε δεν θα μετέβαλε σε τίποτε τη βαθύτερη δομή του κόσμου. Το έγκλημα θα συνέχιζε να υπάρχει, το ίδιο κι η αδικία, η υστεροβουλία, η μνησικακία κι ο φθόνος. Και τότε τι απομένει για να τραφούν τα συναισθήματά του; Η ευχαρίστηση ότι σύνδραμε αυτούς που δεν θα το αναγνωρίσουν; Η ικανοποίηση ότι παρέμεινε πιστός στους νόμους που του επέβαλαν; Ή μήπως ότι περιόρισε την ελεύθερη βούληση των εχθρών του;

Έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα βλέφαρά του. Προσπάθησε απεγνωσμένα ν’ αποδιώξει τις βλάσφημες σκέψεις που στοίχειωναν και βασάνιζαν κάθε σκοτεινό ξημέρωμα το μυαλό του. Όσο κι αν ταλανιζόταν το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε κι ούτε θα έβρισκε περισσότερη δικαιολόγηση για τις πράξεις του. Έτσι θα γινόταν γιατί έτσι ήταν γραφτό. Ποιος ήταν αυτός για να αμφισβητήσει τις επιταγές της ανώτερης δύναμης;

Φόρεσε τις άφθαρτες μπότες του, έδεσε τη ζώνη που είχε ξετυλίξει απ’ το λαιμό ενός τίμιου ανθρώπου και έσφιξε μέχρι να πονέσει τα λουριά του ασημένιου θώρακα στο στήθος του. Με αργές, τελετουργικές κινήσεις, έζωσε ένα διακοσμημένο με πετράδια εγχειρίδιο στη μέση και κρέμασε στην πλάτη του τη φαρέτρα με τα μαγικά βέλη, το τόξο και το κυρτό σπαθί. Συγκεντρώθηκε και άρχισε να μαζεύει ενέργεια από τον αέρα γύρω του, ενώ στ’ αυτιά του έφτανε η ηχώ λησμονημένων γεγονότων, θαμμένων από χρόνια στο τραχύ χώμα.

Όταν αισθάνθηκε έτοιμος και ολοκληρωμένος, άδειασε το βλέμμα του απ’ τις παράξενες εικόνες και κοίταξε αποφασιστικά ένα στριμωγμένο στα βουνά οροπέδιο που ανοιγόταν κάτω απ’ τα πόδια του. Θυμήθηκε ότι αυτοί που κατοικούσαν εκεί ονόμαζαν τη γη τους «Νότια» και το σημείο όπου στεκόταν αυτός «Βόρεια». Επίσης την ονόμαζαν «Βασίλειο της Αράχνης».

Ανάμεσα σε τακτοποιημένες καλλιέργειες και μποστάνια φύτρωναν μερικά ταπεινά σπίτια. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα μεγαλύτερο, που είχε πιο μυτερή σκεπή και έμοιαζε με γονατισμένο άνθρωπο που προσεύχεται. Σ’ έναν πλαϊνό του τοίχο στηριζόταν ένας πέτρινος, ψιλόλιγνος πύργος χωρίς παράθυρα μήτε πολλές διακοσμήσεις, σαν κουμπωμένος στον εαυτό του ξερακιανός κύρης. Μικροσκοπικές φιγούρες ανθρώπων στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες το μεγάλο κτήριο, ενώ πρώτα φάνηκε κι έπειτα από λίγο ακούστηκε μία μεγάλη σιδερένια καμπάνα να μετακινείται αργά στο ψηλότερο σημείο του πύργου.

Είχε πια σημάνει η ώρα. Με κάθε χτύπο της καμπάνας, ο Ιππότης έκανε αποφασιστικά βήματα και κατηφόριζε προς το χωριό, που στο μέλλον θα ονομαζόταν Φονοθόνοφ. Για μία ακόμα φορά είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον εαυτό του και να συνάψει μια επίπλαστη ειρήνη μαζί του. Γνώριζε ότι έπρεπε να πεθάνουν όλοι εκεί που πήγαινε και έπρεπε να πεθάνουν από τα χέρια του.

***

Ο Ιππότης έφτασε στα πρώτα σπίτια κι έμεινε κρυμμένος ώσπου ο ήλιος να χαμηλώσει και ν’ αγκαλιάσει τις βουνοκορφές στα δυτικά. Τουλάχιστον έτσι θα ήταν, γιατί τον έκρυβαν τα θυμωμένα, μουντόχρωμα σύννεφα που είχαν ακολουθήσει τον Ιππότη κατηφορίζοντας την πλαγιά μαζί του. Στηριζόταν στη διαίσθησή του για να καταλάβει την ώρα της ημέρας, γιατί μερικές φορές τα μάτια του μπερδεύονταν και έβλεπαν μέρα εκεί όπου υπήρχε νύχτα και νύχτα εκεί όπου υπήρχε μέρα. Έδεσε αποφασιστικά τις γροθιές μου και κλείνοντας ξανά σφιχτά τα μάτια, ζήτησε συγχώρεση με λόγια που ταίριαζαν σε εκλιπάρηση. Δεν υπήρχε επιστροφή.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί στην εκκλησία θα έμενε μέσα όλη τη νύχτα. Γιορταζόταν η νίκη ενός αρχαίου τοπικού ήρωα ενάντια στο φοβερό και τρομερό Δράκο, που σκότωνε θεοσεβούμενους, απήγαγε παρθένες και διαγούμιζε μονές. Ο Δράκος ήταν άτρωτος γιατί δεν κοιμόταν ποτέ και όταν νύχτωνε έβαζε στα μάτια του ένα ζευγάρι φεγγοβόλα σμαράγδια, για να βλέπει στο απόλυτο σκοτάδι. Η χώρα ολάκερη δεν ησύχαζε όσο ο Δράκος την απειλούσε με την ανάσα του.

Για να τον νικήσει ο ήρωας, ανέβηκε στο πιο ψηλό βουνό και υποσχέθηκε στη Σελήνη ότι οι άνθρωποι θα τη λατρεύουν σαν θεά της νύχτας, με αντάλλαγμα να αψηφήσει μια φορά τον ήλιο και να τον σκεπάσει για λίγο. Αφού την έπεισε, πήγε μακριά στο τέλος του κόσμου στην Ανατολή και ζήτησε απ’ τον Ήλιο το πρωί που έβγαινε, να του γεμίσει ένα μπουκάλι με φως. Σε αντάλλαγμα θα φρόντιζε όλοι οι Άρχοντες από εκείνη τη μέρα και μετά να φορούν στα πορτρέτα τους ένα φωτεινό στεφάνι με ακτίνες από χρυσόχρωμα στο κεφάλι τους.

Έτσι και έγινε. Ενώ ο Ήλιος ήταν στο απόγειό του, η Σελήνη εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έκρυψε. Ο Δράκος που πλιατσικολογούσε μία μονή, ξεγελάστηκε, νόμιζε ότι είχε έρθει η νύχτα και φόρεσε βιαστικά τα σμαράγδια στα μάτια του. Τότε εμφανίστηκε ο ήρωας και άνοιξε το μπουκάλι με το φως της αυγής, τυφλώνοντας το Δράκο. Την επόμενη κιόλας στιγμή το σπαθί του διαπέρασε πέρα ως πέρα τις φολίδες του τέρατος, απελευθερώνοντας τους ανθρώπους απ’ την τυραννία. Για εκείνη τη γιορτή οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στο ναό, χωρίς όμως να υποψιάζονται το τέλος τους που πλησίαζε…

Όταν ο Ιππότης είδε και τον τελευταίο κάτοικο του χωριού να διαβαίνει ευλαβικά το ιερό κατώφλι, σκαρφάλωσε σ’ έναν αχυρώνα και από εκεί πήδηξε στη στέγη του ναού. Καθώς οι πρώτες σταγόνες της βροχής άρχισαν να θολώνουν το φθινοπωρινό τοπίο, οι φωνές των πιστών ενώθηκαν σε ύμνους και ψαλμωδίες. Οι αισθήσεις του Ιππότη οξύνθηκαν και πλημμύρισαν με τη μυρωδιά του χώματος. Πήρε βαθιά ανάσα και άφησε να χυθεί μέσα του μια αμυδρή γεύση του πραγματικού κόσμου, που είχε εγκαταλείψει πριν χρόνο αμέτρητο. Συλλογίστηκε όσα βάραιναν τις σκέψεις του και αναρωτήθηκε αν το ρυάκι στα μάγουλά του προερχόταν απ’ τον ουρανό ή απ’ τα δάκρυά του. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο χώρο και στα μάτια του ζωγραφίστηκαν ξανά εικόνες απ’ τις αμαρτίες του παρελθόντος…

***

Πίσω από την εκκλησία του χωριού, από παλιά υπήρχε μία τρύπα. Η τρύπα δεν ήταν πολύ βαθιά, ούτε πολύ απότομη και οι κάτοικοι δεν θυμόνταν ποιος την είχε σκάψει και γιατί. Ήταν απλά ένα κενό στο έδαφος. Ένα βράδυ πριν λίγο καιρό, οι οικογένειες που έμεναν κοντά στην εκκλησία ξύπνησαν από στριγκλιές και βογκητά που ξεπηδούσαν απ’ την τρύπα. Σύντομα διαπίστωσαν ότι έβγαιναν απ’ το στόμα ενός ανθρώπου, που είχε πέσει μέσα στην τρύπα- φως φανάρι ενός ξενομερίτη, αφού όλοι στο χωριό γνώριζαν για την επικίνδυνη τρύπα και φρόντιζαν να την αποφεύγουν.

Πράγματι μια νεαρή κοπέλα που περιδιάβαζε την περιοχή, είχε πέσει στην τρύπα, είχε τσακίσει το πόδι της και δεν μπορούσε να βγει χωρίς βοήθεια. Ονομαζόταν Δήμητρα από το Χθόνιο και πρόσφατα είχε χάσει τον αδερφό της Μιχαήλ απ’ το χτύπημα ενός κεραυνού. Αυτή και οι άλλες τρεις αδερφές της, μοιράστηκαν τα υπάρχοντά τους και χωρίστηκαν για ν’ αναζητήσουν την τύχη τους.

Κόσμος μαζεύτηκε σε έναν κύκλο γύρω απ’ το χείλος της τρύπας, με τις κάπες πρόχειρα ριγμένες στους ώμους τους. Στην αρχή πρότειναν να ρίξουν ένα σκοινί στην ξένη για να πιαστεί, αλλά κάποιος πετάχτηκε και είπε ότι δεν είχαν πολύ σκοινί στο χωριό και ότι θα μπορούσε να σπάσει ενώ την τραβούσαν. Τότε και η ξένη θα έμενε μέσα και το σκοινί θα αχρηστευόταν. Μία γυναίκα είχε την ιδέα να ρίξουν μία σκάλα στην τρύπα, όμως και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε αφού ο ξυλουργός του χωριού είπε ότι οι σκάλες είναι πιο βαριές απ’ όσο φαίνονται και δύσκολα κουμαντάρονται. Μπορεί καθώς τη ρίχνανε να χτύπαγε την κοπέλα κάνοντάς της ακόμα μεγαλύτερη ζημιά. Δεν ήταν αστεία ζητήματα αυτά.

Τότε βγήκε μπροστά ένας γενναίος νέος και προσφέρθηκε να κατεβεί με αυτοθυσία στην τρύπα και να σύρει την τραυματισμένη κοπέλα πάνω. Έθεσε, όμως σαν προϋπόθεση να λάβει κάποιου είδους αμοιβή ώστε να καθησυχαστεί η ζήλια της αρραβωνιαστικιάς του, που θα τον έβλεπε στα χέρια μιας ξένης. Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια η Δήμητρα, πέταξε στην επιφάνεια το δισάκι της, στο οποίο ανάμεσα σε λίγα αργυρά, κουρέλια, κλωστές και ξέφτια έκρυβε ένα παράξενο κομμάτι περγαμηνής.

Τότε, όμως που η λύση είχε βρεθεί, βγήκε μπροστά και διαφώνησε ο νεκροθάφτης του χωριού, λέγοντας σαν ειδικός ότι αν δύο άτομα προσπαθούσαν ν’ ανέβουν, τα τοιχώματα της τρύπας θα κατέρρεαν και θα τους καταπλάκωναν σαν τάφος. Κράτησε τα φιορίνια και την περγαμηνή σαν πληρωμή για τη σωτήρια συμβουλή του και τράβηξε για τις δουλειές του, αφού ευχήθηκε σε όλους καλή νύχτα.

Ενώ η συζήτηση προχωρούσε σε μάκρος, ο δήμαρχος πήρε το λόγο και ζήτησε να λάβουν άμεσα μέτρα, γιατί η τρύπα είχε μείνει πολύ καιρό ακάλυπτη και θα μπορούσε ακόμα κι ένας ντόπιος να ξεστρατίσει και ν’ ακολουθήσει την κακορίζικη τύχη της κοπέλας. Όλοι οι κάτοικοι κατένευσαν, είδαν το δίκιο στα λόγια του δημάρχου, που ήξερε πολλά και ήταν και γραμματιζούμενος και έτρεξαν στα σπίτια τους να φέρουν φτυάρια, αξίνες και τσάπες.

Αυτή η ιστορία θα τελείωνε σιωπηλά αν η Δήμητρα μες στην τρομάρα της δεν θυμόταν μία κατάρα, που είχε ακούσει απ’ τους ζητιάνους. Οι διακονιάρηδες έχουν την παράξενη δύναμη να καταριούνται όσους δεν τους δίνουν ελεημοσύνη κοντά σε ναούς. Η κατάρα μετά από λίγο ξεθυμαίνει, αν όμως κάποιος μαζεύει συνέχεια τέτοιες κατάρες, τότε στο τέλος τον βρίσκει μεγάλο κακό. Πολλοί έχουν χαθεί έτσι χωρίς να το ξέρουν.

Η Δήμητρα δεν ήξερε αν τα λόγια πιάνουν, αλλά έτσι όπως ήταν απελπισμένη κι ενώ οι πρώτες φτυαριές χώμα έπεφταν στο κεφάλι της, με τις τελευταίες της ανάσες έπλεξε με ξόρκια βαριά, κατάρα για τους κατοίκους του χωριού, κατάρα που κανείς πρέπει να προσέχει πριν ξεστομίσει, γιατί προσελκύει την προσοχή αόρατων πνευμάτων.

Ίσως οι κάτοικοι του χωριού ποτέ δεν έδιναν ελεημοσύνη και ίσως ποτέ δεν βοηθούσαν τους συνανθρώπους τους. Ίσως ο καιρός που είχε το κομμάτι της περγαμηνής στα χέρια της, να είχε προικίσει τη Δήμητρα με δυνάμεις, που δεν κατανοούνται. Το σίγουρο, όμως είναι ότι η κατάρα της έπιασε τόπο και δεν θ’ αργούσε να εκπληρωθεί. Και ο Ιππότης ήταν το μέσο.

***

Έσφιξε τα δόντια και προσέχοντας να μην παρασυρθεί απ’ την κλίση της σκεπής, έφτασε στο σημείο όπου ο πύργος του καμπαναριού έγερνε κι ακουμπούσε σαν για να ξεκουραστεί στον τοίχο του ναού. Χωρίς να δίνει σημασία στη βροχή που αντάριαζε και δυνάμωνε, άνοιξε προσεκτικά τη δερμάτινη θήκη όπου φύλαγε το τεχνούργημα με το οποίο τον είχε εξοπλίσει ο Δημιουργός.

Ήταν ένα γεωμετρικό όργανο, με μια μεταλλική καμπύλη, η οποία μετακινούνταν παράλληλα σ’ έναν πολύπλοκο σκελετό σφαίρας. Όλος αυτός ο μηχανισμός ήταν φτιαγμένος με ασύλληπτη δεξιοτεχνία, χωρούσε στην παλάμη ενός χεριού και έκρυβε πολλές μαγικές ιδιότητες. Σε μία πέτρινη γλώσσα, εξήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, την πρώτη μέρα του πολέμου, θα το χρησιμοποιούσαν για να μετρήσουν τα βήματά τους ως το χαμό. Ο Ιππότης το χρησιμοποιούσε για να σκορπίζει όλεθρο μέσα απ’ τις θύελλες.

Ένωσε τη ματιά του με τα σύννεφα που έκρυβαν τον ουρανό και ζήτησε ειλικρινή συγχώρεση για μία ακόμη φορά. Πρώτα και κύρια για την απεριόριστη εξουσία που του είχε δοθεί και στη συνέχεια για τους δίκαιους, που αναγκαζόταν να εξοντώνει μαζί με τους άδικους. Είχε επίγνωση ότι όσο δύσκολο είναι κάποιος να κατανοήσει τις πράξεις του, άλλο τόσο δύσκολο είναι να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του την ώρα της τελικής κρίσης. Μα έπρεπε να συνεχίσει.

Ακριβώς τη στιγμή που συγκεντρωμένος ενεργοποιούσε το τεχνούργημα, άκουσε απ’ την αντίθετη πλευρά της σκεπής το θόρυβο ενός κεραμιδιού που γλίστρησε κι έπεσε στο πλακόστρωτο. Σχεδόν ταυτόχρονα ένας κοντινός κεραυνός έσκισε την ατμόσφαιρα και κάλυψε τον κρότο του σπασίματος. Ο Ιππότης θυμήθηκε τις πρώτες φράσεις που είχε ενστερνιστεί ασπαζόμενος την ύπαρξη του Δημιουργού: «Τίποτα δεν δημιουργείται τυχαία κι ούτε μένει κρυφό απ’ τη μοίρα. Τα πάντα έχουν σκοπό που εκπληρώνεται.»

Τόσο γρήγορα όσο η λάμψη της αστραπής που τρέχει πριν το μακρινό μπουμπουνητό, ο Ιππότης τράβηξε το σκαλισμένο με ιερά σύμβολα εγχειρίδιό του. Όσες χιλιάδες φορές κι αν διάβαζε τα ρουνικά, οι λέξεις δεν άλλαζαν θέση, ούτε νόημα. Δεν είχε καταλήξει αν όντως κρύβονταν προστατευτικές ευχές ανάμεσα στα περίτεχνα σχέδιά ή ήταν η πίστη που καθοδηγούσε με πρόνοια τις πράξεις του. Όπως και να ‘χε τον είχε βοηθήσει απέναντι στο κακό και έλπιζε ότι θα τον βοηθούσε και τώρα. Ο εχθρός είχε φτάσει.

Γρήγορο κι ευκίνητο, μέσα από τις στάλες της βροχής και ανάμεσα σ’ ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, εμφανίστηκε μπροστά του εκείνο το απαίσιο πλάσμα, ο αγγελιοφόρος του Κάτω Βασιλείου, το βδελυρό τέρας Σάμκα. Μεγαλόσωμο σαν λύκος, γαμψά νύχια, σώμα αιλουροειδούς, κεφάλι δαίμονα, τρεις αγκαθωτές ουρές, χαίτη από αγκάθια και πυρωμένα μάτια, αυτό ήταν. Για λίγο τα βλέμματά τους αναμετρήθηκαν.

Αφού το τέρας δεν μπόρεσε να τον αιφνιδιάσει με το τίναγμα των νυχιών, προσπάθησε να τον καρφώσει με τις ουρές του, που έσκισαν ξαφνικά τον αέρα σαν μαστίγια. Ο Ιππότης έσκυψε για να τις αποφύγει και ένιωσε το άγγιγμα του φόβου να διασχίζει τη ραχοκοκαλιά του.

Είχε μόνο μία στιγμή για να μελετήσει τα χαρακτηριστικά του παραμορφωμένου απ’ την κακία προσώπου του υποχθόνιου πλάσματος, αλλά ήταν αρκετή. Δεν ήταν η πρώτη τους συνάντηση.

Ο Σάμκα έβγαλε τη γλώσσα του κοροϊδευτικά στη θέα του εγχειριδίου, αλλά ο Ιππότης ήταν σίγουρος ότι το φοβόταν περισσότερο κι από δέκα τσεκούρια τίμιων δημίων. Το τέρας έκανε μερικά πλαϊνά βήματα για να κερδίσει χώρο και συσπείρωσε τα πόδια του για να ξαναεπιτεθεί. Ο Ιππότης υπολόγισε ότι αν παραμέριζε για να το αποφύγει, υπήρχε ο κίνδυνος να χάσει την ισορροπία του και να κουτρουβαλήσει στη στέγη. Το ίδιο κι αν ο Σάμκα πηδούσε πάνω του με ορμή.

Ο Ιππότης τύλιξε το χοντρό του μανδύα γύρω απ’ το χέρι για να προστατεύεται απ’ τα τσιμπήματα των ουρών, καμπούριασε και στύλωσε τα πόδια του στη στέγη. Το πλάσμα ήταν ελαφρύτερό του και θα χρειαζόταν μεγάλη δύναμη για να τον αναποδογυρίσει όπως σχεδίαζε. Ο Σάμκα ξαφνικά εκτινάχθηκε, ενώ ταυτόχρονα έφερνε τη μεγαλύτερη ουρά του απ’ τη δεξιά πλευρά του Ιππότη, που νόμιζε ακάλυπτη. Έπεσε πάνω του με όλο του το βάρος και παρότι το χτύπημα της ουράς πνίγηκε στο μανδύα, ο Ιππότης ένιωσε τα ρυπαρά νύχια του πλάσματος να του γδέρνουν λαιμό και πρόσωπο.

Προσπάθησε να κρατηθεί όρθιος, αλλά με το πλάσμα γαντζωμένο πάνω του ήταν μάταιο. Έγιναν ένα κουβάρι και άρχισαν να κατρακυλάνε με θόρυβο στην σκεπή, παρασέρνοντας μαζί τους κι ένα σωρό κεραμίδια. Γύρω τους ο αέρας άρχισε να στροβιλίζεται σε σατανικό ρυθμό απολύοντας και διαλύοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο άγγιγμά του.

Καθώς πάλευαν, το εγχειρίδιο του Ιππότη έφυγε απ’ τα χέρια του, το ίδιο το ασημένιο σπαθί και όλα τα μαγικά βέλη. Μέσα στην αγωνία του συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να νικήσει, γιατί ο Σάμκα δεν θα αναγνώριζε την ήττα του. Ο Ιππότης συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του απέμεναν και τον κλώτσησε δυνατά στην κοιλιά, στέλνοντάς τον να τιναχτεί μερικά πόδια ψηλά στον αέρα και να σκάσει με κρότο δίπλα στο τεχνούργημα. Μέσα απ’ την καταιγίδα που μαινόταν σαν τρελή, ο Ιππότης ξεχώρισε κραυγές πανικού από την εκκλησία κάτω και κατάλαβε ότι η ώρα πλησίαζε.

Ο Ιππότης ξέπνοος παρατήρησε τις κινήσεις του Σάμκα. Ενώ αναρωτιόταν τι συμφέρον είχε να του επιτεθεί στη μέση της αποστολής του, το πλάσμα στάθηκε και πάλι όρθιο, πήρε στα χέρια του άφοβα το τεχνούργημα και μίλησε στη χυδαία γλώσσα του, που ήξερε πολύ καλά ότι αν κι ο Ιππότης δεν τη μιλούσε, την καταλάβαινε: «Με έστειλε ο ίδιος ο Διάβολος να μαζέψω την ψυχή του νεκροθάφτη, αλλά τον έχασα μέσα απ’ τα χέρια μου, η μυρωδιά του απομακρύνεται. Μετά σκέφτηκα να εμποδίσω την εκπλήρωση της κατάρας για να βασανίζεται στις κολάσεις η ψυχή της Δήμητρας στους αιώνες των αιώνων, αλλά μοιάζεις τόσο αποφασισμένος, που θα σε βοηθήσω», κάγχασε και στα χέρια του εμφάνισε ένα πουγκί. Το άνοιξε και σκόρπισε στον αέρα μία χούφτα ιριδίζουσας σκόνης, που στροβιλίστηκε βίαια γύρω απ’ το τεχνούργημα.

Ο Σάμκα δεν σπατάλησε περισσότερο χρόνο σε λόγια και απλώς εξαφανίστηκε, ενώ η εκκλησία άρχισε να σείεται κάτω από τα πόδια του Ιππότη. Χίλιες βελόνες τρύπησαν τα ακροδάχτυλα του πολεμιστή και μυρωδιά από θειάφι έσπασε τα ρουθούνια του. Ακριβώς μισή ανάσα αφού πήδηξε στο χώμα, το καμπαναριό κεραυνοβολήθηκε κι ο οργισμένος ανεμοστρόβιλος έσκισε στα δύο τη στέγη του ναού.

Πλίνθοι, πέτρες, δοκάρια και φωτιά χύθηκαν στα κεφάλια των πιστών σκοτώνοντας τους περισσότερους, ενώ όσοι γλύτωσαν και προσπάθησαν να τρέξουν, γυναίκες και μικρά παιδιά, βρήκαν το θάνατο από τους βράχους που ο Ιππότης πέταξε στα κεφάλιά τους. Μόλις και η τελευταία ψυχή πέταξε μακριά από κείνο τον τόπο, η λύσσα του ανέμου καταλάγιασε και η γη έπαψε να τρέμει.

Μόνος έμεινε ο Ιππότης στα χαλάσματα, συντετριμμένος να προσεύχεται για όσους είχαν χαθεί. Έκλαψε με σπαρακτικούς λυγμούς και παρακάλεσε τη βροχή να τον ξεπλύνει από εκείνη τη σκοτεινή μέρα.

Και όταν τα δάκρυά του στέγνωσαν, έψαξε στα πτώματα τον νεκροθάφτη, να πάρει αυτά που είχε κλέψει απ’ τη Δήμητρα και να ολοκληρώσει την αποστολή του. Το πτώμα, όμως δεν υπήρχε. Η καρδιά του Ιππότη βυθίστηκε.

Συλλογίστηκε τα λόγια του Σάμκα. Ο νεκροθάφτης είχε προλάβει να φύγει. Κάλεσε το άλογό του και άρχισε να καλπάζει προς τον επόμενο προορισμό.

***

Πέρασαν εκατόν είκοσι εφτά χρόνια και ο Ιππότης ακόμα κάλπαζε στη Ντραγκούτ…

Νωρίτερα εκείνη τη μέρα, σκαρφαλωμένος στην κορυφή ενός ψηλού βουνού είχε δει το μυρμήγκιασμα των Πεδιανθρώπων που προέλαυνε από όλες τις μεριές προς το μεγάλο Πύργο του βασιλείου. Με τις σκέψεις στην εξέλιξη του πολέμου, έφτανε καλπάζοντας σε ένα σταυροδρόμι. Τράβηξε με δύναμη τα γκέμια. Ο αέρας που για ώρες με ορμή στροβιλιζόταν στο πέρασμά του, παράσυρε με τη φόρα του ένα σύννεφο σκόνης μακριά, στέλνοντάς το να χαθεί στη γραμμή του ορίζοντα. Στα αριστερά και στα δεξιά του υπήρχαν δύο μεγάλα βουνά, που οι άνθρωποι ονόμαζαν Μερκατάλ και Άλμπιν. Μπροστά ανοιγόταν ένα οροπέδιο με καμένα σπαρτά.

Αναρωτήθηκε για την κατεύθυνση που έπρεπε ν’ ακολουθήσει. Ο ήλιος ήδη χαμήλωνε και απ’ τις δύο ξύλινες επιγραφές ο Ιππότης δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα. Δεν ήξερε την παραμικρή λέξη στη λαλιά αυτής της χώρας και οι ουρές των γραμμάτων μπερδεύονταν σαν αλληλοσπαρασσόμενα φίδια, δίχως να δημιουργούν γνώριμα σημάδια.

Πολύ βολικά, ένας ζητιάνος ντυμένος με ελεεινά κουρέλια είχε ξαπλώσει σ’ ένα μεγάλο θάμνο δίπλα από τις επιγραφές, έχοντας μία πέτρα για προσκέφαλο. Ή ήταν μεθυσμένος ή από φόβο παρίστανε τον κοιμισμένο- αποκλείεται να μην είχε ακούσει το βαρυφορτωμένο άτι να σταματάει δίπλα του.

Ο Ιππότης ξεπέζεψε με αργές κινήσεις, ενώ τα μεταλλικά ελάσματα στην πανοπλία του βαρυγκώμησαν θλιμμένα. Πλησίασε τον ξαπλωμένο και τον σκούντηξε με τη μύτη της σιδερένιας μπότας του. Εκείνος ανακάθισε τρομαγμένος και άνοιξε διάπλατα τα τσιμπλιασμένα μάτια του. Μπροστά του ορθωνόταν ένας άγνωστος και ολότελα τρομακτικός στην όψη πολεμιστής. Το ύψος του ξεπερνούσε τους ώμους του θηριόσωμου αλόγου του, το οποίο φορούσε μία βαριά πανοπλία, όπως ο αφέντης του. Τα χέρια του ήταν καλυμμένα με ασήμι ως τους αγκώνες και τα διάφορα εμβλήματα και οι προστατευτικοί ρούνοι που αγκάλιαζαν κάθε ελεύθερη επιφάνεια του μετάλλου θα είχαν φτιαχτεί σε κάποιο εξωτικό μέρος. Στο θώρακά του είχε σκαλισμένη μια ζοφερή εσχατολογική αναπαράσταση, που έκανε το ζητιάνο ν’ ανατριχιάσει.

Ακόμα θολωμένος απ’ τον ύπνο και το φόβο, ο ζητιάνος έτριψε τα μάτια του, στήριξε το βάρος του στις παλάμες και σηκώθηκε άτσαλα μπροστά στον άγνωστο, περιμένοντας στην ευτυχέστερη των περιπτώσεων κάποιου είδους τιμωρία ή επίπληξη. Δεν κουβαλούσε πάνω του χαρτιά για να διασχίζει τη χώρα κι ούτε κανένας του είχε επιτρέψει να ξεκουραστεί σ’ εκείνο το σταυροδρόμι. Είχε αποφασίσει να παρατήσει τα πάντα και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του ως ερημίτης, αλλά όσο βάδιζε σε δρόμους του βασιλείου, οι νόμοι είχαν ακόμα ισχύ πάνω του.

Αν το πρόσωπο του Ιππότη πήρε οποιαδήποτε έκφραση ήταν αδύνατο να φανεί εξαιτίας του προσωπείου της περικεφαλαίας του, που ήταν κατεβασμένο. Έδειξε με το σιδερένιο γάντι του τις δύο κατευθύνσεις στις οποίες χωριζόταν ο δρόμος και απαίτησε να μάθει, τονίζοντας προσεκτικά τις λέξεις: «Προς τα πού είναι το κεφαλοχώρι αυτού του Φέουδου; Πρέπει να είμαι εκεί ως το σούρουπο. Είναι μακριά από εδώ;»

Ο ερημίτης άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Με την άκρη του ματιού του ξεχώρισε τρία σπαθιά, δύο τόξα, μία κοντή λόγχη, ένα ακόντιο, ένα δίκοπο τσεκούρι και τέσσερις φαρέτρες με βέλη φορτωμένα στο άλογο- χώρια το κυρτό σπαθί και το εγχειρίδιο που είχε ζωσμένα πάνω του ο Ιππότης. Αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο, έδειξε όσο πιο ταπεινά μπορούσε τη μια απ’ τις δύο ταμπέλες. Έβαλε το δάχτυλό του στα γράμματα και είπε σχεδόν συλλαβιστά: «Το Φέουδο είναι από τούτο το δρόμο, Άρχοντα. Σε παρακαλώ μη με πειράξεις. Κοιμόμουν εδώ γιατί είμαι κουρασμένος κι η νύχτα αυτή την εποχή μοιάζει με τη μέρα.»

Ο Ιππότης ξαναρώτησε: «Και πόσο μακριά βρίσκομαι;» Ο ερημίτης πισωπάτησε, υποκλίθηκε βαθιά, βαθύτερα κι ακόμα πιο βαθιά και ψέλλισε: «Όχι πάνω από πολύ κι ούτε κάτω από λίγο. Ο δρόμος σε πηγαίνει κατευθείαν στο Φέουδο. Καρτάους το λένε οι ντόπιοι. Αν δεν φοβάσαι να τριποδίσεις για ώρες, εύχομαι Άρχοντα να φτάσεις πριν να ‘ναι αργά.»

Ο Ιππότης φάνηκε να ικανοποιείται και από ένα πουγκί άφησε να κυλήσει στο γάντι του ένα βαρύ νόμισμα. Το κοίταξε για μια καλή ματιά κι έπειτα το πέταξε στα πόδια του ζητιάνου που ήταν ακόμα διπλωμένος στα δύο. Το νόμισμα στριφογύρισε στον αέρα, αντανακλώντας λίγο από το πορφυρό χρώμα του ήλιου. «Αυτό για τον κόπο σου», εξήγησε ο Ιππότης και ξανακαβάλησε. Κοιτώντας προς τον ορίζοντα είπε: «Να βρεις μια κρυψώνα. Πλησιάζουν στρατοί.» Και κάλπασε με ορμή.

Ο ερημίτης περίμενε μέχρι να απομακρυνθεί καλά καλά ο άγνωστος πολεμιστής και πήρε στη χούφτα του το αστραφτερό, ολοστρόγγυλο νόμισμα. Ήταν βαρύ σαν πέτρα κι από τη μια πλευρά είχε χαραγμένες φράσεις σε παράξενη γλώσσα. Το γύρισε απ’ την άλλη και βλέποντας την αναπαράσταση πάγωσε. Απεικονιζόταν ένας πάνοπλος ιππότης που τα χέρια του ήταν καλυμμένα με ασήμι ως τους αγκώνες και το φορτωμένο με όπλα άλογό του, ήταν σηκωμένο στα δύο πόδια.
Έντρομος σήκωσε το κεφάλι του προς την κατεύθυνση που είχε φύγει ο Ιππότης. Το μόνο που διακρινόταν στο βάθος του δρόμου ήταν ένα κουρνιαχτό σκόνης που πάλευε να ενωθεί με τον ουρανό…

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Trailer

Και εδώ ένα μικρό trailer του βιβλίου που ανέβασα στο youtube:



Εκτός από το artwork του Γιώργου Δημητρίου και του Μιχάλη Φουντουκλή, στο video έχουν χρησιμοποιηθεί πίνακες του σπουδαίου Ρώσου εικονογράφου παραμυθιών Ivan Bilibin (1876-1942). Η μουσική είναι του Roger Subirana (http://www.rogersubirana.com/) και έχει χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με την άδεια creative commons.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Εξώφυλλο τρίτου τόμου


Επιτέλους έφτασε στα χέρια μου η σύνθεση του εξωφύλλου για τον τρίτο τόμο της σειράς. Είναι έργο του Γιώργου Δημητρίου φυσικά. Σε όχι πολλές μέρες το βιβλίο θα είναι διαθέσιμο στο myEBooks για download.
Την επόμενη εβδομάδα θα ανεβάσω ακόμα ένα κεφάλαιο του βιβλίου για όσους θέλουν να γευτούν λίγη ακόμα περιπέτεια από το Βασίλειο της Αράχνης.

υγ: Τελικά θα είναι διαθέσιμα για κατέβασμα και τα δύο πρώτα μέρη της σειράς.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Προδημοσίευση / Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα (μέρος β')

Συνεχίζω ανεβάζοντας ακόμα ένα κεφάλαιο από τον τρίτο τόμο του Βασιλείου της Αράχνης.
Μαζί με το προηγούμενο κεφάλαιο, έχω ήδη αναρτήσει τις πρώτες 34 σελίδες του βιβλίου. Ελπίζω το περιεχόμενο να σας ικανοποιεί. Αν θυμούνται οι αναγνώστες της σειράς, στο δεύτερο τόμο υπήρχε ένα κεφάλαιο που ονομαζόταν "Δεύτερη Προδοσία".



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37

Πρώτη προδοσία

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙΝΗ ΩΡΑ και λίγο πριν ο ήλιος ξεπροβάλει πίσω απ’ τις ανατολικές βουνοκορφές, στο θαμμένο στο χιόνι Χθόνιο, είχε επικρατήσει μία ανατριχιαστική ησυχία. Μπορεί από μακριά να έρχονταν συγκεχυμένοι οι άγριοι ήχοι της μάχης και μπορεί οι φωτιές που είχαν απλωθεί στα τείχη της Ανατολικής καστροπολιτείας να έβαφαν πράγματα και πλάσματα πορφυρά, όμως καμιά φωνή δεν ακουγόταν μέσα στο χωριό, ούτε και κανείς αποκοτούσε να βαδίσει στους παγωμένους δρόμους του. Σε μια απλωσιά, που κάποτε ήταν η πλατεία, δέκα δεκαπέντε αγκαλιασμένα πτώματα αλλόφυλων στρατιωτών κείτονταν σε σωρούς από ανακατωμένο, βρωμισμένο χιόνι και ομολογούσαν ότι πριν λίγο μια αντάρα είχε περάσει από ‘κει, αλλά τώρα η ησυχία είχε επιστρέψει να θρονιαστεί ξανά στη θέση της.

Ο Κβάζαρ έτριψε τα μάτια του ξανά και ξανά για να διώξει το απαίσιο κάψιμο που του προκάλεσε η σκόνη. Του την είχε πετάξει στο πρόσωπο ανακατεμένη στο χιόνι εκείνη η απαίσια γυναίκα. Όσο είχε προλάβει να δει καθαρά, η γυναίκα φορούσε ένα κόκκινο πουκάμισο κάτω απ’ το δερμάτινο θώρακά της και είχε ξεπηδήσει αναπάντεχα μέσα απ’ το σκοτάδι μαζί με τους υπόλοιπους αλαλάζοντες διαβόλους. Στην αρχή ο Κβάζαρ νόμιζε ότι ήταν οι αγριάνθρωποι με τα μυτερά αυτιά απ’ τα δάση, που είχαν βρει ευκαιρία να επιτεθούν πισώπλατα στο στρατό του την κρισιμότερη ώρα της πολιορκίας. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, τού είχαν στήσει παγίδες, που είχαν προκαλέσει αδρές απώλειες σε άνδρες, εφόδια και χρόνο.

Μετά, όμως, καθώς ζωγράφιζε πάλι τις εικόνες στο μυαλό του, θυμήθηκε ότι οι επιτιθέμενοι φορούσαν ατσάλινους θώρακες, με τις σιχαμερές αράχνες σκαλισμένες πάνω τους. Όλα τα χρόνια που πολεμούσε στα βουνά, ο Κβάζαρ είχε καταλάβει ότι οι δασογεννημένοι διακινδύνευαν μόνο για τον εαυτό τους και μισούσαν εξίσου τις μεταλλικές εξαρτύσεις και τα εμβλήματα του βουνίσιου βασιλείου.

Για μια στιγμή του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ίσως αυτοί που τους επιτέθηκαν στο Χθόνιο, ήταν εμπροσθοφυλακή ενισχύσεων απ’ τις δυτικές πόλεις, αλλά γρήγορα απόδιωξε αυτή τη δυσάρεστη και αβάσιμη εκδοχή. Στην απαρχή της τωρινής εκστρατείας του, οι εφτά Τσαρ τον είχαν διαβεβαιώσει ρητά ότι μέχρι να πέσει κι η τελευταία σπαθιά στη μάχη της Αδιγχάρα, οι πόλεις πέρα απ’ το Φράκτη με τα Αγκάθια θα παρέμεναν αυστηρά αμέτοχες. Η συνθήκη ειρήνης που θα συναπτόταν κατόπιν και για την οποία είχε ακούσει διάφορες φήμες, θα τηρούνταν απαρέγκλιτα. Κανείς δεν θ’ αποτολμούσε να παραβιάσει μια συμφωνία με τους Τσαρ. Ήταν πια οι εφτά ισχυρότεροι άνθρωποι στον κόσμο, όπως κάποτε ήταν οι οχτώ Άρχοντες της Αράχνης.

Ο Κβάζαρ προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του, αλλά ήταν ακόμα ζαλισμένος κι ένα βουητό λες και πάλευε να απελευθερωθεί μέσα απ’ το κεφάλι του. Οι κλειδώσεις των γονάτων του έδειχναν την ηλικία τους και διαμαρτύρονταν, όπως έκαναν οι γερο-γκρινιάρηδες ναυτικοί στα μέρη του. Σχεδόν τα είχε φάει τα ψωμιά του θα έλεγε κάποιος, όσο κι αν αρνούνταν ο ίδιος του να το παραδεχτεί. Έτριψε τα μηλίγγια του για να συνέλθει και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει.

Ξαφνικά, άκουσε κάτι ογκώδες να σχίζει το νυχτερινό ουρανό από πάνω του, ενστικτωδώς έσκυψε για να προφυλαχτεί και είδε γύρω στα διακόσια πόδια μέσα στο μισοσκόταδο, μια μεγάλη, μυτερή σκιά να καρφώνεται στο χιόνι με ορμή. Τότε, σαν ξαφνικά να ξεβούλωσε κάποιος τα αυτιά του, άκουσε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, ακολουθούμενο από έναν εκκωφαντικό πάταγο και οι ήχοι ζωντάνεψαν και πάλι ολόγυρά του. Υπέθεσε ότι η σκιά ήταν η άστοχη βολή μιας απ’ τις γιγαντιαίες βαλλίστρες που χρησιμοποιούσαν ενάντια στις πύλες. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι το βουητό μες στο κεφάλι του, δεν ήταν τίποτε άλλο από τον ορυμαγδό της μάχης που εξελισσόταν λίγο πιο μακριά και ψηλότερα απ’ το Χθόνιο.

Καθώς οι φωνές δυνάμωσαν στις κανονικές τους διαστάσεις, ο θόρυβος τον αφύπνισε. Η σκέψη του επικεντρώθηκε στη τελική επίθεση στον Ανατολικό Πύργο, η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη σύμφωνα με το μέγα σχέδιο. Έπρεπε να σπεύσει εκεί όπου τελώνια ανέβαιναν στα τείχη για να δώσει διαταγές: να εμψυχώσει αν χρειαζόταν και να απειλήσει είτε χρειαζόταν, είτε όχι. Εκείνη η βραδιά ήταν η πιο κρίσιμη της πολιορκίας και η τελευταία μεγάλη ευκαιρία του να εκπορθήσει την πόλη πριν εδραιωθεί το βασίλειο του χειμώνα. Λεπτές κλωστές τον χώριζαν απ’ το να κατακτήσει την αιώνια δόξα ή να σαπίσει ανώνυμος, ζητιανεύοντας στην πολυκοσμία των βρωμερών σοκακιών της Καναά.

Τίναξε το βαρύ παλτό του και άρχισε να ψάχνει στο αναστατωμένο χιόνι γύρω, για το πριονωτό σπαθί του. Δεν ήταν από τα όπλα, που ένας κατώτερος στρατιώτης θα αξιωνόταν ποτέ να πιάσει στα χέρια του. Ελαφρύ κι όμως ανθεκτικό, μακρύ μα καλοζυγισμένο, είχε σφυρηλατηθεί με τέχνη και είχε προλάβει με ζέση να κλέψει κάμποσες ψυχές εχθρών του. Και ακόμα κι αν η κοψιά του δεν συγκρινόταν σε αξία με το θαυμαστό Καντάρ, το μυθικό σπαθί του πολεμοχαρή θεού Γκάργκας, δεν θα αργούσε σύντομα να χαράξει τη δική του ιστορία στον πόλεμο. Του το είχε χαρίσει ο προστάτης του, ο ίδιος ο Τσαρ Γιαν Κούνστχαρα, αφού πλήρωσε χούφτες χρυσάφι σε μάγους για να το τυλίξουν με ευχές, που θα έφερναν γρήγορο θάνατο σ’ όσους εχθρούς το άκουγαν να τραβιέται απ’ τη χρυσοποίκιλτη θήκη του. Οι μάγοι σε μία αρχέγονη τελετουργία, βύθισαν το σπαθί διαδοχικά στους λαιμούς οχτώ καμηλών, των παράξενων ζώων με τις καμπούρες, που συμβόλιζαν το βασίλειο των βουνίσιων.

Ενώ ο Κβάζαρ έψαχνε και κλώτσαγε το χιόνι εκνευρισμένος, είδε έναν οπλίτη με τα εμβλήματα των τσαρικών ταγμάτων της Καναά, να έρχεται λαχανιασμένος προς το μέρος του. Ο στρατιώτης είχε δεμένα τα δάχτυλά του σε λωρίδες από βρωμισμένα πανιά και αυλάκια αίματος κρυσταλλώνονταν στο μέτωπό του. Έφτασε μπροστά στον Ανώτερο της πολιορκίας, χαιρέτησε ακουμπώντας το θυρεό στο στήθος του και ανέφερε βιαστικά: «Κβάζαρ, χας καρουκάτ ες εριντέρ, σελ φαζούν. Ες εριντέρ», επανέλαβε για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα μαντάτα που κόμιζε.

Ο Κβάζαρ πήρε μια πολύ απορρημένη έκφραση στο πρόσωπό του και αφού φόρτωσε με κοφτές διαταγές τον στρατιώτη, συνέχισε να ψάχνει με φούρια στο χιόνι για το πριονωτό σπαθί. Μες στο κεφάλι του, όμως ανακάτευε όσα είχε ακούσει, σαν να ήταν πυρωμένα κάρβουνα. Αυτοί που επιτέθηκαν στο Χθόνιο είχαν βγει μέσα από το κάστρο; Τι είδους απελπισμένη κίνηση ήταν αυτή; Αντί να βυθιστεί το μαχαίρι των πολιορκητών στην καρδιά του πέτρινου κτήνους, είχε γίνει το αντίθετο; Για μια στιγμή του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο ίδιος του ήταν ο στόχος της αντεπίθεσης. Ακουγόταν ειρωνικό, αλλά δεν αποκλείεται οι στρατηγοί του Καστριαίου να είχαν επίσης σκεφτεί να δολοφονήσουν τον ηγέτη του εχθρού. Η πιο δυσοίωνη σκέψη, όμως, ήταν ότι είχε πέσει θύμα προδοσίας απ’ τους προδότες.

Ο Κβάζαρ είχε περάσει μέρες και νύχτες ανακεφαλαιώνοντας στο μυαλό του το περίπλοκο μέγα σχέδιο, το οποίο βασιζόταν σε μία σειρά από καλομελετημένες προδοσίες· ελάσσονες και μείζονες. Την προκαθορισμένη στιγμή και τη συμφωνημένη μέρα, η πύλη που βρισκόταν στο κλιμακωτό νεκροταφείο της πόλης -η τέταρτη πύλη- θα άνοιγε διάπλατα και τα τελώνιά του θα ξεχύνονταν σαν σφήκες προς το εσωτερικό κάστρο της Αδιγχάρα. Την ίδια ώρα οι φρουρές κατά μήκος των τειχών θα είχαν ελαττωθεί στο ελάχιστο με πρόφαση τους αρραβώνες ενός στρατηγού. Ποιος τα είχε κανονίσει όλα αυτά; Πολλοί που τα συμφέροντά τους μπλέκονταν στον πόλεμο. Οι πληροφορίες πάντως είχαν φτάσει απ’ τους Τσαρ και δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση.

Οι Τσαρ είχαν κανονίσει τη συνάντησή του με τον Παλαβό Αλχημιστή, οι Τσαρ του είχαν ζητήσει να στείλει σχεδόν το μισό του στρατό πίσω απ’ το όρος Μερκατάλ για να κυκλωθεί η πόλη, οι Τσαρ είχαν εξασφαλίσει πέρασμα μέσα απ’ το Φράκτη με τα Αγκάθια και οι Τσαρ είχαν ενορχηστρώσει τις λεπτομέρειες εκείνης της βραδιάς. Όλα αυτά, ενώ ταυτόχρονα είχαν έρθει σε επαφή με τους βασιλιάδες των δυτικών πόλεων και είχαν εξαγοράσει ουσιαστικά την ουδετερότητά τους. Είχαν πληρώσει θησαυρούς; Είχαν υποσχεθεί τιμές και αξιώματα; Είχαν τάξει αιώνια ζωή και εξιλέωση αμαρτιών; Πιθανότατα αυτά και πολλά άλλα. Ταυτόχρονα οι κατάσκοποι που από εκατό χρόνια τρύπωναν σε αξιώματα στο βασίλειο των βουνών, εκτελούσαν με ευλάβεια και αποτελεσματικότητα τα καθήκοντά τους στις κρίσιμες περιστάσεις.

Σύμφωνα με τις προετοιμασίες του Κβάζαρ, όσοι έμπειροι δολοφόνοι κι αντεροβγάλτες διέθετε, θα εισέβαλαν πρώτοι απ’ την ανοιχτή, τέταρτη πύλη και θα ακολουθούσαν το δικό τους δρόμο για να φτάσουν στην αίθουσα του θρόνου. Εκεί η δουλειά τους θα ήταν να πάρουν το κεφάλι του βασιλιά της Αδιγχάρα, μαζί με τα διακριτικά της αμφίπλευρης πανοπλίας του. Οι δολοφόνοι θα αναγνώριζαν το δρόμο τους, από μια σειρά με σχεδιασμένα λευκά βέλη στο πάτωμα. Αυτή η πληροφορία ήταν διασταυρωμένη από δύο μεριές.

Μέσα στην Αδιγχάρα υπήρχε ένας γέρος, καμπούρης κατάσκοπος, που προσποιούταν το γυρολόγο και κουβαλούσε πάντα ένα σακί ξέχειλο με βοτάνια και μαντζούνια. Ο γέρος, που φορούσε ένα πολύχρωμο σκούφο, τον είχε πλησιάσει ενώ ο στρατός του κατευθυνόταν προς την Αδιγχάρα, υποστηρίζοντας ότι είχε να αποκαλύψει μυστικά. Ο Κβάζαρ τον βασάνισε λίγο, του έδωσε πολύ χρυσό και τον έστειλε πίσω για δικό του σπιούνο. Αυτός ήταν κατά βάση τα μάτια και τ’ αυτιά του Κβάζαρ στο εσωτερικό της πόλης, αν και η αξιοπιστία τους ήταν αμφισβητήσιμη.

Τη κυριότερη, όμως δουλειά την είχε κάνει ένας σκιώδης μισοξωτικός, που φαινόταν ότι μπαινοέβγαινε χωρίς περιορισμούς στον Ανατολικό Πύργο. Είχε παρουσιαστεί στον Κβάζαρ με έγγραφα και σφραγίδες των Τσαρ, αλλά έκρυβε το όνομα και την ιδιότητά του. Δούλευε για έναν αφέντη στον οποίο αναφερόταν απλά ως «αστρολόγο» και για τον οποίο άφηνε να εννοηθεί ότι ήταν σπουδαίος και τρανός. Ο αστρολόγος είχε φροντίσει, όχι μόνο για τα ζωγραφιστά βέλη που θα έδειχναν το δρόμο, αλλά και για το να ανοίξει την κατάλληλη ώρα η τέταρτη πύλη- η αρχή του τέλους για τον Ανατολικό Πύργο.

Επιπλέον ο άγνωστος αστρολόγος είχε στείλει σχέδια με τα εμβλήματα της διπλής πανοπλίας του βασιλιά Καστριαίου, τα οποία απομνημόνευσαν οι στρατιώτες της πρώτης ομάδας που θα εισέβαλε στο κάστρο. Σύμφωνα με έκτακτο διάταγμα του Κβάζαρ, ο άνδρας που θα επέστρεφε με το κεφάλι του Καστριαίου, θα δικαιούταν το ένα εικοστό πρώτο από τα λάφυρα της κατάκτησης, θα οριζόταν υποδιοικητής της μισής πόλης και θα μεταβίβαζε αυτό το δικαίωμα στις επόμενες τρεις γενιές του.

Μία δεύτερη ομάδα σκληροτράχηλων πολεμιστών, θα χωριζόταν απ’ τους δολοφόνους και θα κατευθυνόταν προς τα μπουντρούμια του εσωτερικού κάστρου, με στόχο ν’ απαγάγει τον αυστηρότερα φρουρούμενο κρατούμενο του Ανατολικού Πύργου. Η τύχη του φυλακισμένου αυτού ανθρώπου, ενδιέφερε τον Κβάζαρ ίσως και περισσότερο απ’ την τύχη του βασιλιά. Ήταν ένας άνθρωπος, τον οποίο αναζητούσε απ’ την πρώτη στιγμή που είχε γίνει ηγέτης της εκστρατείας και ακόμα παλιότερα. Πίστευε ότι αν τον έβρισκε, τότε το πεπρωμένο του θα πλησίαζε στην ένδοξη εκπλήρωσή του.

Όλοι οι υπόλοιποι στρατιώτες και όσοι συνέχιζαν να ανεβαίνουν στα τείχη, θα αναλάμβαναν να στήσουν ένα προγεφύρωμα, ώστε να υποστηρίξουν τις δύο ομάδες και να κρατήσουν την πληγή του πέτρινου κτήνους ανοιχτή. Θα καταλάμβαναν τη γέφυρα και με βαλλίστρες, σφεντόνες και λογχοσπάθες θα απωθούσαν τους στρατιώτες του βασιλείου που ίσως δοκίμαζαν να αντεπιτεθούν. Με τη συγχρονισμένη μαζική επίθεση στα άλλα σημεία του εξωτερικού τείχους, ο στρατός του γρήγορα θα δημιουργούσε ρήγματα και θα λύγιζε τις άμυνες, αλλά έπρεπε πάση θυσία να χτυπήσει και στο εσωτερικό κάστρο, μην αφήνοντας τους υπερασπιστές να αναδιοργανωθούν. Ήξερε απ’ τους κατασκόπους ότι μέσα στο κάστρο υπήρχε μία αδιευκρίνιστη σε αριθμό δύναμη ιπποτών, φανατικοί προστάτες ενός θεού ή κάτι τέτοιο, οι οποίοι θα έμπαιναν τελευταίοι στη μάχη αν χρειαζόταν, για να αιφνιδιάσουν τους εισβολείς.

Ο ειρμός του Κβάζαρ διακόπηκε απότομα. Ενώ οι καταφλέκτες των Πεδιανθρώπων εκτόξευαν τεράστιες μπάλες από σανό αλειμμένο με ρετσίνι προς την πόλη, ο Ανώτερος έβγαλε ένα επιφώνημα θριάμβου και τράβηξε μέσα απ’ το χιόνι το πριονωτό σπαθί του. Φίλησε με σεβασμό την παγωμένη λεπίδα και ευχαρίστησε τον Γκάργκας.

Δίχως να χάσει χρόνο, έτρεξε προς το μέρος απ’ όπου οι μηχανές του είχαν εκτοξεύσει τους γάντζους και τις άγκυρες προς τα τείχη. Εδώ και λίγη ώρα είχαν σταματήσει το έργο τους, γιατί ήδη κρέμονταν παραπάνω απ’ όσα χρειάζονταν σκοινένια φίδια απ’ το κομμάτι του τείχους, που δέσποζε πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Σειρές τελωνίων συνέχιζαν ν’ σκαρφαλώνουν στα σκοινιά, όχι και πολύ βιαστικά γιατί η προοπτική του πλιάτσικου αντισταθμιζόταν εξαίσια με την προοπτική του θανάτου.

Φτάνοντας ο Κβάζαρ έδωσε εντολή να επισπεύσουν αυτοί που ανέβαιναν στα τείχη. Τις διαταγές του επανέλαβε με βροντερή φωνή ένας αρχηγός τάγματος με καρφιά και κόκκινο λοφίο στην περικεφαλαία του και πρόχειρα σκαλισμένο ένα πηγάδι στο θώρακά του. Το πηγάδι δεν έμοιαζε με κανένα σύμβολο των Πεδιανθρώπων, αλλά πολλοί οπλίτες και ειδικά τα τελώνια, προτιμούσαν να φορούν εμβλήματα της φυλής ή της φατρίας τους. Ο αρχηγός τάγματος, μάλλον για να εντυπωσιάσει με την προθυμία του τον Κβάζαρ, γράπωσε με τη σειρά του ένα σκοινί και άρχισε να ανεβαίνει σαν αίλουρος στα τείχη και δύο φορές γρηγορότερα απ’ τους άλλους, ενώ συνέχισε και να ξελαρυγγιάζεται.

Ο Κβάζαρ είπε σ’ αυτούς που χειρίζονταν τους καταπέλτες, να τους απομακρύνουν απ’ τα τείχη και να ετοιμαστούν για να αρχίσουν να ρίχνουν κανονικές βολές. Όσα τελώνια βρίσκονταν εκεί έδειξαν με έμφαση τη δυσφορία τους, γιατί είχαν αποφασίσει ότι δικαιούνταν να ξεκουραστούν ως το ξημέρωμα, αλλά οι φωνές του Κβάζαρ και οι απειλές του για μαστίγωμα ως το μεσημέρι, τους ανάγκασαν να υπακούσουν με βαριά καρδιά και κατεβασμένα μούτρα. Ο Κβάζαρ αφού ούρλιαξε για λίγο ακόμα, γλύκανε κάπως τον τόνο του και υποσχέθηκε σπουδαίες ανταμοιβές απ’ τα λάφυρα του παλατιού και ίσα μερίδια απ’ τις ώριμες γυναίκες της πόλης. Τέλος έστειλε έναν φρουρό να τσακιστεί και να φέρει μπροστά του τον Παλαβό Αλχημιστή.

Τα πάντα έμοιαζαν να κυλούν σύμφωνα με το σχέδιο. Οι κραυγές χαράς πάνω απ’ τα τείχη, οι οδύνες που αντηχούσαν στην πόλη και οι μεγάλες φωτιές που φούντωναν, μαρτυρούσαν ότι η ώρα της τελειωτικής νίκης πλησίαζε. Επέβλεψε προσωπικά το ανέβασμα των κλουβιών με τα θηριώδη αγριόσκυλα, που ήταν εκπαιδευμένα να μυρίζουν συγκεκριμένες φάρες. Ετούτα εδώ ήταν διασταυρώσεις λιγκών με τσακάλια και μπορούσαν να εντοπίσουν καλικάντζαρους σε απόσταση πολλών εκατοντάδων ποδιών, ακόμα και μέσα σε στοές και διαδρόμους που δεν είχαν ξαναπερπατήσει. Και εκεί όπου υπήρχε καλικάντζαρος μες στο πέτρινο κτήνος, βρισκόταν και ο φυλακισμένος που έψαχνε.

Από μακριά, ο άνεμος έφερνε τα ανελέητα βροντοκοπήματα ενός πολιορκητικού δράκου, που είχε φτιαχτεί απ’ το μεγαλύτερο δέντρο τριών κατακτημένων επαρχιών. Τα χτυπήματα, συνόδευαν ρυθμικά οι κραυγές των εκστασιασμένων πολεμιστών, που μετά από μήνες ταλαιπωρίας, κόπων και θανατηφόρων συγκρούσεων, διψούσαν για κάθε είδους λάφυρα. Σύντομα όλα τα θρυλικά πλούτη της μεγαλύτερης ανατολικής πόλης και δεύτερης μεγαλύτερης στο βουνίσιο βασίλειο, θα έπεφταν στις βρωμιασμένες αγκαλιές τους. Ζούσαν γι’ αυτό, οι ανάσες τους βάραιναν απ’ τον άγριο πόθο.

Ο φρουρός επέστρεψε μετά από κάμποση ώρα λαχανιασμένος. Η έκφραση στο κοκκινισμένο του πρόσωπο ήταν απολογητική. Άρχισε να μιλάει γρήγορα γιατί είχε πολλά ν’ αναφέρει, αλλά επιφυλακτικά γιατί δεν ήταν όλα ευχάριστα. Σε τριακόσια πόδια απ’ το Χθόνιο, είχε τσακιστεί μια παράξενη ξύλινη κατασκευή, σε σχήμα γερακιού και μεγέθους μικρού κάρου. Όσοι το είδαν να περνάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, αναγνώρισαν αβίαστα το Μαύρο Πουλί, που τις περασμένες εβδομάδες βουτούσε απ’ τα γύρω βουνά στην πόλη.

Μέσα στα συντρίμμια του ξύλινου πουλιού και σ’ ένα σακί παραγεμισμένο με άχυρο και πριονίδια, βρήκαν ανέπαφο ένα ξύλινο κασελάκι, βαμμένο σε έντονο κόκκινο χρώμα. Μέσα υπήρχαν έγγραφα και πάπυροι με σπουδαιοφανή εμβλήματα και χρυσοποίκιλτα βουλοκέρια, που έφεραν τα ονόματα των τεσσάρων Αρχόντων των δυτικών πόλεων της Αράχνης. Οι τελευταίες οδηγίες και διαβεβαιώσεις για τη σύναψη της απέραντης ειρήνης.

Ο Κβάζαρ κούνησε το κεφάλι του και ακολούθησε νοερά την αντίστροφη πορεία της μυτερής σκιάς που είχε δει νωρίτερα. Το βλέμμα του προσπέρασε την πόλη και συνάντησε μία απόκρημνη πλαγιά στα Δυτικά, όπου είχαν επισημάνει πριν μέρες τη θέση ενός απομονωμένου φυλακίου του βασιλείου. Τώρα εκεί έκαιγαν τρεις μεγάλες πυρές, ορατές από μίλια μακριά.

Ο Κβάζαρ πήρε στα χέρια του τα βαρύτιμα έγγραφα και αποφάσισε να τα μελετήσει αργότερα με την ησυχία του, γιατί υπήρχε ακόμα μία είδηση, ίσως εξίσου σημαντική. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του φρουρού, ο Παλαβός Αλχημιστής είχε εξαφανιστεί! Μερικοί στρατιώτες ορκίζονταν ότι τον είδαν να ανεβαίνει από τα σκοινιά, μαζί με τους πρώτους λόχους. Την ίδια στιγμή άλλοι τον είδαν να μπαίνει σαν τρελός στο ψηλότερο κτίσμα της πόλης και ταυτόχρονα άλλοι τον είδαν να κατεβαίνει περπατώντας κάθετα πάνω στα τείχη. Από τη σκηνή του, δε, έλειπαν όλα τα πράγματα κι ο αλλόκοτος εξοπλισμός του. Μπαούλα, χάρτες, φιαλίδια, εργαλεία, όργανα, ψαλίδια, καθρέφτες και όπλα.

Ο Κβάζαρ αναθεμάτισε και ξεχνώντας αυτοστιγμεί την ως τότε προσφορά του συμμάχου του, μετάνιωσε που είχε συμφωνήσει να πάρει μαζί του στην εκστρατεία το μυστηριώδη εκείνο άνδρα με τις παράξενες ιδέες. Πύρωσε και έβρισε τον καταραμένο άνεμο που τον είχε πετάξει στο δρόμο του. Με τις φλέβες στο λαιμό του φουσκωμένες, διέταξε όποιον συναντούσε τον Παλαβό Αλχημιστή να τον συλλάμβανε νεκρό ή ζωντανό, χωρίς φυσικά να υποπτεύεται τη ματαιότητα των λόγων του.

Τι να σήμαινε άραγε αυτή η απροειδοποίητη εξαφάνιση; Τι είδους καινούρια μαγγανεία είχε μηχανευτεί για να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις;

Άρπαξε το πρώτο τελώνιο που βρήκε και φώναξε να παρουσιαστεί μπροστά του ένας απ’ τους γλοιώδεις, βαριεστημένους αρχηγούς τους. Όσο κι αν χρειαζόταν όλες του τις δυνάμεις για να επιβεβαιώσει τη νίκη του και να διασφαλίσει την κυριαρχία του στον Ανατολικό Πύργο, έπρεπε δίχως χασομέρι να αποσπάσει δυο τρεις ομάδες προσκόπων για να κυνηγήσουν αυτούς που είχαν επιχειρήσει έξοδο και είχαν ξεφύγει απ’ τη μάχη στο Χθόνιο. Δεν πολυπίστευε ότι συνιστούσαν απειλή, αλλά και δεν ήθελε να στηθεί οποιουδήποτε είδους αντιπερισπασμός πίσω απ’ τις γραμμές του.

Εκείνη τη στιγμή αναδεύτηκαν οι σκιές δίπλα του και εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του ο αινιγματικός, μισοξωτικός κατάσκοπος. Ήταν πάνοπλος, κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο πολεμικό σφυρί κι η έκφρασή του απείχε πολύ απ’ τη συνηθισμένη, ψυχρή απάθειά του. Έσταζε ιδρώτα κι απ’ τον αριστερό του ώμο ξεπρόβαλε η σπασμένη ουρά ενός βέλους. Στο δεξί του μπράτσο κρεμόταν μισολυμένη μία γαλάζια κορδέλα. Ο κατάσκοπος κοίταξε τον Κβάζαρ στα μάτια. Η φωνή του έμοιαζε να ανεβαίνει από βάθη απύθμενα: «Χαίρε Κβάζαρ. Η νίκη που σου υποσχεθήκαμε είναι κοντά. Ο σοφός αστρολόγος στέλνει τώρα τις εντολές του. Της ομάδας των κυνηγών σου θα ηγηθώ εγώ. Μαζί μου θα ‘ναι κι ένας ακόμα άνθρωπος. Έτσι θα γίνει.»

Ο Κβάζαρ τον κοίταξε διερευνητικά από την κορυφή ως τα νύχια. Αμφιταλαντεύτηκε για το αν έπρεπε να τον εμπιστευτεί ή με μια γρήγορη κίνηση να του κατεβάσει το πριονωτό σπαθί στο λαιμό. Άλλωστε σε τι χρειαζόταν πια τη βοήθειά του; Μία αμοιβή λιγότερη. Ο μισοξωτικός χαμογέλασε και σαν να διάβασε τις σκέψεις του Πεδιανθρώπου, είπε: «Ακόμα δεν έχουν τελειώσει όλα. Σου λείπει μία λέξη. Ένα σύνθημα για να βάλεις στα χέρια σου τον φυλακισμένο.» Ο Κβάζαρ τον κοίταξε παραξενεμένος. Ένα ακόμα παιχνίδι; Συλλογίστηκε για λίγο και είπε ξεφυσώντας: «Εντάξει λοιπόν. Τα τελώνια είναι στη διάθεσή σου. Ποιο συνθηματικό υποτίθεται χρειάζομαι;»

Ο μισοξωτικός τράβηξε απότομα την ουρά του βέλους απ’ τον ώμο του και η λέξη ξεβράστηκε απ’ το στόμα του μέσα σ’ ένα μουγκρητό: «Αναγέννηση.»

Η σκηνή φωτίστηκε σαν να άναψαν ταυτόχρονα ένα εκατομμύριο πυρσοί. Πάνω απ’ τις πύλες του Μερκατάλ άρχισε να ανατέλλει ένας κατακόκκινος ήλιος.