Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Προδημοσίευση / Τέχνασμα δεμένο με άλλο Τέχνασμα (μέρος β')

Συνεχίζω ανεβάζοντας ακόμα ένα κεφάλαιο από τον τρίτο τόμο του Βασιλείου της Αράχνης.
Μαζί με το προηγούμενο κεφάλαιο, έχω ήδη αναρτήσει τις πρώτες 34 σελίδες του βιβλίου. Ελπίζω το περιεχόμενο να σας ικανοποιεί. Αν θυμούνται οι αναγνώστες της σειράς, στο δεύτερο τόμο υπήρχε ένα κεφάλαιο που ονομαζόταν "Δεύτερη Προδοσία".



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37

Πρώτη προδοσία

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙΝΗ ΩΡΑ και λίγο πριν ο ήλιος ξεπροβάλει πίσω απ’ τις ανατολικές βουνοκορφές, στο θαμμένο στο χιόνι Χθόνιο, είχε επικρατήσει μία ανατριχιαστική ησυχία. Μπορεί από μακριά να έρχονταν συγκεχυμένοι οι άγριοι ήχοι της μάχης και μπορεί οι φωτιές που είχαν απλωθεί στα τείχη της Ανατολικής καστροπολιτείας να έβαφαν πράγματα και πλάσματα πορφυρά, όμως καμιά φωνή δεν ακουγόταν μέσα στο χωριό, ούτε και κανείς αποκοτούσε να βαδίσει στους παγωμένους δρόμους του. Σε μια απλωσιά, που κάποτε ήταν η πλατεία, δέκα δεκαπέντε αγκαλιασμένα πτώματα αλλόφυλων στρατιωτών κείτονταν σε σωρούς από ανακατωμένο, βρωμισμένο χιόνι και ομολογούσαν ότι πριν λίγο μια αντάρα είχε περάσει από ‘κει, αλλά τώρα η ησυχία είχε επιστρέψει να θρονιαστεί ξανά στη θέση της.

Ο Κβάζαρ έτριψε τα μάτια του ξανά και ξανά για να διώξει το απαίσιο κάψιμο που του προκάλεσε η σκόνη. Του την είχε πετάξει στο πρόσωπο ανακατεμένη στο χιόνι εκείνη η απαίσια γυναίκα. Όσο είχε προλάβει να δει καθαρά, η γυναίκα φορούσε ένα κόκκινο πουκάμισο κάτω απ’ το δερμάτινο θώρακά της και είχε ξεπηδήσει αναπάντεχα μέσα απ’ το σκοτάδι μαζί με τους υπόλοιπους αλαλάζοντες διαβόλους. Στην αρχή ο Κβάζαρ νόμιζε ότι ήταν οι αγριάνθρωποι με τα μυτερά αυτιά απ’ τα δάση, που είχαν βρει ευκαιρία να επιτεθούν πισώπλατα στο στρατό του την κρισιμότερη ώρα της πολιορκίας. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, τού είχαν στήσει παγίδες, που είχαν προκαλέσει αδρές απώλειες σε άνδρες, εφόδια και χρόνο.

Μετά, όμως, καθώς ζωγράφιζε πάλι τις εικόνες στο μυαλό του, θυμήθηκε ότι οι επιτιθέμενοι φορούσαν ατσάλινους θώρακες, με τις σιχαμερές αράχνες σκαλισμένες πάνω τους. Όλα τα χρόνια που πολεμούσε στα βουνά, ο Κβάζαρ είχε καταλάβει ότι οι δασογεννημένοι διακινδύνευαν μόνο για τον εαυτό τους και μισούσαν εξίσου τις μεταλλικές εξαρτύσεις και τα εμβλήματα του βουνίσιου βασιλείου.

Για μια στιγμή του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ίσως αυτοί που τους επιτέθηκαν στο Χθόνιο, ήταν εμπροσθοφυλακή ενισχύσεων απ’ τις δυτικές πόλεις, αλλά γρήγορα απόδιωξε αυτή τη δυσάρεστη και αβάσιμη εκδοχή. Στην απαρχή της τωρινής εκστρατείας του, οι εφτά Τσαρ τον είχαν διαβεβαιώσει ρητά ότι μέχρι να πέσει κι η τελευταία σπαθιά στη μάχη της Αδιγχάρα, οι πόλεις πέρα απ’ το Φράκτη με τα Αγκάθια θα παρέμεναν αυστηρά αμέτοχες. Η συνθήκη ειρήνης που θα συναπτόταν κατόπιν και για την οποία είχε ακούσει διάφορες φήμες, θα τηρούνταν απαρέγκλιτα. Κανείς δεν θ’ αποτολμούσε να παραβιάσει μια συμφωνία με τους Τσαρ. Ήταν πια οι εφτά ισχυρότεροι άνθρωποι στον κόσμο, όπως κάποτε ήταν οι οχτώ Άρχοντες της Αράχνης.

Ο Κβάζαρ προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του, αλλά ήταν ακόμα ζαλισμένος κι ένα βουητό λες και πάλευε να απελευθερωθεί μέσα απ’ το κεφάλι του. Οι κλειδώσεις των γονάτων του έδειχναν την ηλικία τους και διαμαρτύρονταν, όπως έκαναν οι γερο-γκρινιάρηδες ναυτικοί στα μέρη του. Σχεδόν τα είχε φάει τα ψωμιά του θα έλεγε κάποιος, όσο κι αν αρνούνταν ο ίδιος του να το παραδεχτεί. Έτριψε τα μηλίγγια του για να συνέλθει και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει.

Ξαφνικά, άκουσε κάτι ογκώδες να σχίζει το νυχτερινό ουρανό από πάνω του, ενστικτωδώς έσκυψε για να προφυλαχτεί και είδε γύρω στα διακόσια πόδια μέσα στο μισοσκόταδο, μια μεγάλη, μυτερή σκιά να καρφώνεται στο χιόνι με ορμή. Τότε, σαν ξαφνικά να ξεβούλωσε κάποιος τα αυτιά του, άκουσε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, ακολουθούμενο από έναν εκκωφαντικό πάταγο και οι ήχοι ζωντάνεψαν και πάλι ολόγυρά του. Υπέθεσε ότι η σκιά ήταν η άστοχη βολή μιας απ’ τις γιγαντιαίες βαλλίστρες που χρησιμοποιούσαν ενάντια στις πύλες. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι το βουητό μες στο κεφάλι του, δεν ήταν τίποτε άλλο από τον ορυμαγδό της μάχης που εξελισσόταν λίγο πιο μακριά και ψηλότερα απ’ το Χθόνιο.

Καθώς οι φωνές δυνάμωσαν στις κανονικές τους διαστάσεις, ο θόρυβος τον αφύπνισε. Η σκέψη του επικεντρώθηκε στη τελική επίθεση στον Ανατολικό Πύργο, η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη σύμφωνα με το μέγα σχέδιο. Έπρεπε να σπεύσει εκεί όπου τελώνια ανέβαιναν στα τείχη για να δώσει διαταγές: να εμψυχώσει αν χρειαζόταν και να απειλήσει είτε χρειαζόταν, είτε όχι. Εκείνη η βραδιά ήταν η πιο κρίσιμη της πολιορκίας και η τελευταία μεγάλη ευκαιρία του να εκπορθήσει την πόλη πριν εδραιωθεί το βασίλειο του χειμώνα. Λεπτές κλωστές τον χώριζαν απ’ το να κατακτήσει την αιώνια δόξα ή να σαπίσει ανώνυμος, ζητιανεύοντας στην πολυκοσμία των βρωμερών σοκακιών της Καναά.

Τίναξε το βαρύ παλτό του και άρχισε να ψάχνει στο αναστατωμένο χιόνι γύρω, για το πριονωτό σπαθί του. Δεν ήταν από τα όπλα, που ένας κατώτερος στρατιώτης θα αξιωνόταν ποτέ να πιάσει στα χέρια του. Ελαφρύ κι όμως ανθεκτικό, μακρύ μα καλοζυγισμένο, είχε σφυρηλατηθεί με τέχνη και είχε προλάβει με ζέση να κλέψει κάμποσες ψυχές εχθρών του. Και ακόμα κι αν η κοψιά του δεν συγκρινόταν σε αξία με το θαυμαστό Καντάρ, το μυθικό σπαθί του πολεμοχαρή θεού Γκάργκας, δεν θα αργούσε σύντομα να χαράξει τη δική του ιστορία στον πόλεμο. Του το είχε χαρίσει ο προστάτης του, ο ίδιος ο Τσαρ Γιαν Κούνστχαρα, αφού πλήρωσε χούφτες χρυσάφι σε μάγους για να το τυλίξουν με ευχές, που θα έφερναν γρήγορο θάνατο σ’ όσους εχθρούς το άκουγαν να τραβιέται απ’ τη χρυσοποίκιλτη θήκη του. Οι μάγοι σε μία αρχέγονη τελετουργία, βύθισαν το σπαθί διαδοχικά στους λαιμούς οχτώ καμηλών, των παράξενων ζώων με τις καμπούρες, που συμβόλιζαν το βασίλειο των βουνίσιων.

Ενώ ο Κβάζαρ έψαχνε και κλώτσαγε το χιόνι εκνευρισμένος, είδε έναν οπλίτη με τα εμβλήματα των τσαρικών ταγμάτων της Καναά, να έρχεται λαχανιασμένος προς το μέρος του. Ο στρατιώτης είχε δεμένα τα δάχτυλά του σε λωρίδες από βρωμισμένα πανιά και αυλάκια αίματος κρυσταλλώνονταν στο μέτωπό του. Έφτασε μπροστά στον Ανώτερο της πολιορκίας, χαιρέτησε ακουμπώντας το θυρεό στο στήθος του και ανέφερε βιαστικά: «Κβάζαρ, χας καρουκάτ ες εριντέρ, σελ φαζούν. Ες εριντέρ», επανέλαβε για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα μαντάτα που κόμιζε.

Ο Κβάζαρ πήρε μια πολύ απορρημένη έκφραση στο πρόσωπό του και αφού φόρτωσε με κοφτές διαταγές τον στρατιώτη, συνέχισε να ψάχνει με φούρια στο χιόνι για το πριονωτό σπαθί. Μες στο κεφάλι του, όμως ανακάτευε όσα είχε ακούσει, σαν να ήταν πυρωμένα κάρβουνα. Αυτοί που επιτέθηκαν στο Χθόνιο είχαν βγει μέσα από το κάστρο; Τι είδους απελπισμένη κίνηση ήταν αυτή; Αντί να βυθιστεί το μαχαίρι των πολιορκητών στην καρδιά του πέτρινου κτήνους, είχε γίνει το αντίθετο; Για μια στιγμή του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο ίδιος του ήταν ο στόχος της αντεπίθεσης. Ακουγόταν ειρωνικό, αλλά δεν αποκλείεται οι στρατηγοί του Καστριαίου να είχαν επίσης σκεφτεί να δολοφονήσουν τον ηγέτη του εχθρού. Η πιο δυσοίωνη σκέψη, όμως, ήταν ότι είχε πέσει θύμα προδοσίας απ’ τους προδότες.

Ο Κβάζαρ είχε περάσει μέρες και νύχτες ανακεφαλαιώνοντας στο μυαλό του το περίπλοκο μέγα σχέδιο, το οποίο βασιζόταν σε μία σειρά από καλομελετημένες προδοσίες· ελάσσονες και μείζονες. Την προκαθορισμένη στιγμή και τη συμφωνημένη μέρα, η πύλη που βρισκόταν στο κλιμακωτό νεκροταφείο της πόλης -η τέταρτη πύλη- θα άνοιγε διάπλατα και τα τελώνιά του θα ξεχύνονταν σαν σφήκες προς το εσωτερικό κάστρο της Αδιγχάρα. Την ίδια ώρα οι φρουρές κατά μήκος των τειχών θα είχαν ελαττωθεί στο ελάχιστο με πρόφαση τους αρραβώνες ενός στρατηγού. Ποιος τα είχε κανονίσει όλα αυτά; Πολλοί που τα συμφέροντά τους μπλέκονταν στον πόλεμο. Οι πληροφορίες πάντως είχαν φτάσει απ’ τους Τσαρ και δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση.

Οι Τσαρ είχαν κανονίσει τη συνάντησή του με τον Παλαβό Αλχημιστή, οι Τσαρ του είχαν ζητήσει να στείλει σχεδόν το μισό του στρατό πίσω απ’ το όρος Μερκατάλ για να κυκλωθεί η πόλη, οι Τσαρ είχαν εξασφαλίσει πέρασμα μέσα απ’ το Φράκτη με τα Αγκάθια και οι Τσαρ είχαν ενορχηστρώσει τις λεπτομέρειες εκείνης της βραδιάς. Όλα αυτά, ενώ ταυτόχρονα είχαν έρθει σε επαφή με τους βασιλιάδες των δυτικών πόλεων και είχαν εξαγοράσει ουσιαστικά την ουδετερότητά τους. Είχαν πληρώσει θησαυρούς; Είχαν υποσχεθεί τιμές και αξιώματα; Είχαν τάξει αιώνια ζωή και εξιλέωση αμαρτιών; Πιθανότατα αυτά και πολλά άλλα. Ταυτόχρονα οι κατάσκοποι που από εκατό χρόνια τρύπωναν σε αξιώματα στο βασίλειο των βουνών, εκτελούσαν με ευλάβεια και αποτελεσματικότητα τα καθήκοντά τους στις κρίσιμες περιστάσεις.

Σύμφωνα με τις προετοιμασίες του Κβάζαρ, όσοι έμπειροι δολοφόνοι κι αντεροβγάλτες διέθετε, θα εισέβαλαν πρώτοι απ’ την ανοιχτή, τέταρτη πύλη και θα ακολουθούσαν το δικό τους δρόμο για να φτάσουν στην αίθουσα του θρόνου. Εκεί η δουλειά τους θα ήταν να πάρουν το κεφάλι του βασιλιά της Αδιγχάρα, μαζί με τα διακριτικά της αμφίπλευρης πανοπλίας του. Οι δολοφόνοι θα αναγνώριζαν το δρόμο τους, από μια σειρά με σχεδιασμένα λευκά βέλη στο πάτωμα. Αυτή η πληροφορία ήταν διασταυρωμένη από δύο μεριές.

Μέσα στην Αδιγχάρα υπήρχε ένας γέρος, καμπούρης κατάσκοπος, που προσποιούταν το γυρολόγο και κουβαλούσε πάντα ένα σακί ξέχειλο με βοτάνια και μαντζούνια. Ο γέρος, που φορούσε ένα πολύχρωμο σκούφο, τον είχε πλησιάσει ενώ ο στρατός του κατευθυνόταν προς την Αδιγχάρα, υποστηρίζοντας ότι είχε να αποκαλύψει μυστικά. Ο Κβάζαρ τον βασάνισε λίγο, του έδωσε πολύ χρυσό και τον έστειλε πίσω για δικό του σπιούνο. Αυτός ήταν κατά βάση τα μάτια και τ’ αυτιά του Κβάζαρ στο εσωτερικό της πόλης, αν και η αξιοπιστία τους ήταν αμφισβητήσιμη.

Τη κυριότερη, όμως δουλειά την είχε κάνει ένας σκιώδης μισοξωτικός, που φαινόταν ότι μπαινοέβγαινε χωρίς περιορισμούς στον Ανατολικό Πύργο. Είχε παρουσιαστεί στον Κβάζαρ με έγγραφα και σφραγίδες των Τσαρ, αλλά έκρυβε το όνομα και την ιδιότητά του. Δούλευε για έναν αφέντη στον οποίο αναφερόταν απλά ως «αστρολόγο» και για τον οποίο άφηνε να εννοηθεί ότι ήταν σπουδαίος και τρανός. Ο αστρολόγος είχε φροντίσει, όχι μόνο για τα ζωγραφιστά βέλη που θα έδειχναν το δρόμο, αλλά και για το να ανοίξει την κατάλληλη ώρα η τέταρτη πύλη- η αρχή του τέλους για τον Ανατολικό Πύργο.

Επιπλέον ο άγνωστος αστρολόγος είχε στείλει σχέδια με τα εμβλήματα της διπλής πανοπλίας του βασιλιά Καστριαίου, τα οποία απομνημόνευσαν οι στρατιώτες της πρώτης ομάδας που θα εισέβαλε στο κάστρο. Σύμφωνα με έκτακτο διάταγμα του Κβάζαρ, ο άνδρας που θα επέστρεφε με το κεφάλι του Καστριαίου, θα δικαιούταν το ένα εικοστό πρώτο από τα λάφυρα της κατάκτησης, θα οριζόταν υποδιοικητής της μισής πόλης και θα μεταβίβαζε αυτό το δικαίωμα στις επόμενες τρεις γενιές του.

Μία δεύτερη ομάδα σκληροτράχηλων πολεμιστών, θα χωριζόταν απ’ τους δολοφόνους και θα κατευθυνόταν προς τα μπουντρούμια του εσωτερικού κάστρου, με στόχο ν’ απαγάγει τον αυστηρότερα φρουρούμενο κρατούμενο του Ανατολικού Πύργου. Η τύχη του φυλακισμένου αυτού ανθρώπου, ενδιέφερε τον Κβάζαρ ίσως και περισσότερο απ’ την τύχη του βασιλιά. Ήταν ένας άνθρωπος, τον οποίο αναζητούσε απ’ την πρώτη στιγμή που είχε γίνει ηγέτης της εκστρατείας και ακόμα παλιότερα. Πίστευε ότι αν τον έβρισκε, τότε το πεπρωμένο του θα πλησίαζε στην ένδοξη εκπλήρωσή του.

Όλοι οι υπόλοιποι στρατιώτες και όσοι συνέχιζαν να ανεβαίνουν στα τείχη, θα αναλάμβαναν να στήσουν ένα προγεφύρωμα, ώστε να υποστηρίξουν τις δύο ομάδες και να κρατήσουν την πληγή του πέτρινου κτήνους ανοιχτή. Θα καταλάμβαναν τη γέφυρα και με βαλλίστρες, σφεντόνες και λογχοσπάθες θα απωθούσαν τους στρατιώτες του βασιλείου που ίσως δοκίμαζαν να αντεπιτεθούν. Με τη συγχρονισμένη μαζική επίθεση στα άλλα σημεία του εξωτερικού τείχους, ο στρατός του γρήγορα θα δημιουργούσε ρήγματα και θα λύγιζε τις άμυνες, αλλά έπρεπε πάση θυσία να χτυπήσει και στο εσωτερικό κάστρο, μην αφήνοντας τους υπερασπιστές να αναδιοργανωθούν. Ήξερε απ’ τους κατασκόπους ότι μέσα στο κάστρο υπήρχε μία αδιευκρίνιστη σε αριθμό δύναμη ιπποτών, φανατικοί προστάτες ενός θεού ή κάτι τέτοιο, οι οποίοι θα έμπαιναν τελευταίοι στη μάχη αν χρειαζόταν, για να αιφνιδιάσουν τους εισβολείς.

Ο ειρμός του Κβάζαρ διακόπηκε απότομα. Ενώ οι καταφλέκτες των Πεδιανθρώπων εκτόξευαν τεράστιες μπάλες από σανό αλειμμένο με ρετσίνι προς την πόλη, ο Ανώτερος έβγαλε ένα επιφώνημα θριάμβου και τράβηξε μέσα απ’ το χιόνι το πριονωτό σπαθί του. Φίλησε με σεβασμό την παγωμένη λεπίδα και ευχαρίστησε τον Γκάργκας.

Δίχως να χάσει χρόνο, έτρεξε προς το μέρος απ’ όπου οι μηχανές του είχαν εκτοξεύσει τους γάντζους και τις άγκυρες προς τα τείχη. Εδώ και λίγη ώρα είχαν σταματήσει το έργο τους, γιατί ήδη κρέμονταν παραπάνω απ’ όσα χρειάζονταν σκοινένια φίδια απ’ το κομμάτι του τείχους, που δέσποζε πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Σειρές τελωνίων συνέχιζαν ν’ σκαρφαλώνουν στα σκοινιά, όχι και πολύ βιαστικά γιατί η προοπτική του πλιάτσικου αντισταθμιζόταν εξαίσια με την προοπτική του θανάτου.

Φτάνοντας ο Κβάζαρ έδωσε εντολή να επισπεύσουν αυτοί που ανέβαιναν στα τείχη. Τις διαταγές του επανέλαβε με βροντερή φωνή ένας αρχηγός τάγματος με καρφιά και κόκκινο λοφίο στην περικεφαλαία του και πρόχειρα σκαλισμένο ένα πηγάδι στο θώρακά του. Το πηγάδι δεν έμοιαζε με κανένα σύμβολο των Πεδιανθρώπων, αλλά πολλοί οπλίτες και ειδικά τα τελώνια, προτιμούσαν να φορούν εμβλήματα της φυλής ή της φατρίας τους. Ο αρχηγός τάγματος, μάλλον για να εντυπωσιάσει με την προθυμία του τον Κβάζαρ, γράπωσε με τη σειρά του ένα σκοινί και άρχισε να ανεβαίνει σαν αίλουρος στα τείχη και δύο φορές γρηγορότερα απ’ τους άλλους, ενώ συνέχισε και να ξελαρυγγιάζεται.

Ο Κβάζαρ είπε σ’ αυτούς που χειρίζονταν τους καταπέλτες, να τους απομακρύνουν απ’ τα τείχη και να ετοιμαστούν για να αρχίσουν να ρίχνουν κανονικές βολές. Όσα τελώνια βρίσκονταν εκεί έδειξαν με έμφαση τη δυσφορία τους, γιατί είχαν αποφασίσει ότι δικαιούνταν να ξεκουραστούν ως το ξημέρωμα, αλλά οι φωνές του Κβάζαρ και οι απειλές του για μαστίγωμα ως το μεσημέρι, τους ανάγκασαν να υπακούσουν με βαριά καρδιά και κατεβασμένα μούτρα. Ο Κβάζαρ αφού ούρλιαξε για λίγο ακόμα, γλύκανε κάπως τον τόνο του και υποσχέθηκε σπουδαίες ανταμοιβές απ’ τα λάφυρα του παλατιού και ίσα μερίδια απ’ τις ώριμες γυναίκες της πόλης. Τέλος έστειλε έναν φρουρό να τσακιστεί και να φέρει μπροστά του τον Παλαβό Αλχημιστή.

Τα πάντα έμοιαζαν να κυλούν σύμφωνα με το σχέδιο. Οι κραυγές χαράς πάνω απ’ τα τείχη, οι οδύνες που αντηχούσαν στην πόλη και οι μεγάλες φωτιές που φούντωναν, μαρτυρούσαν ότι η ώρα της τελειωτικής νίκης πλησίαζε. Επέβλεψε προσωπικά το ανέβασμα των κλουβιών με τα θηριώδη αγριόσκυλα, που ήταν εκπαιδευμένα να μυρίζουν συγκεκριμένες φάρες. Ετούτα εδώ ήταν διασταυρώσεις λιγκών με τσακάλια και μπορούσαν να εντοπίσουν καλικάντζαρους σε απόσταση πολλών εκατοντάδων ποδιών, ακόμα και μέσα σε στοές και διαδρόμους που δεν είχαν ξαναπερπατήσει. Και εκεί όπου υπήρχε καλικάντζαρος μες στο πέτρινο κτήνος, βρισκόταν και ο φυλακισμένος που έψαχνε.

Από μακριά, ο άνεμος έφερνε τα ανελέητα βροντοκοπήματα ενός πολιορκητικού δράκου, που είχε φτιαχτεί απ’ το μεγαλύτερο δέντρο τριών κατακτημένων επαρχιών. Τα χτυπήματα, συνόδευαν ρυθμικά οι κραυγές των εκστασιασμένων πολεμιστών, που μετά από μήνες ταλαιπωρίας, κόπων και θανατηφόρων συγκρούσεων, διψούσαν για κάθε είδους λάφυρα. Σύντομα όλα τα θρυλικά πλούτη της μεγαλύτερης ανατολικής πόλης και δεύτερης μεγαλύτερης στο βουνίσιο βασίλειο, θα έπεφταν στις βρωμιασμένες αγκαλιές τους. Ζούσαν γι’ αυτό, οι ανάσες τους βάραιναν απ’ τον άγριο πόθο.

Ο φρουρός επέστρεψε μετά από κάμποση ώρα λαχανιασμένος. Η έκφραση στο κοκκινισμένο του πρόσωπο ήταν απολογητική. Άρχισε να μιλάει γρήγορα γιατί είχε πολλά ν’ αναφέρει, αλλά επιφυλακτικά γιατί δεν ήταν όλα ευχάριστα. Σε τριακόσια πόδια απ’ το Χθόνιο, είχε τσακιστεί μια παράξενη ξύλινη κατασκευή, σε σχήμα γερακιού και μεγέθους μικρού κάρου. Όσοι το είδαν να περνάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, αναγνώρισαν αβίαστα το Μαύρο Πουλί, που τις περασμένες εβδομάδες βουτούσε απ’ τα γύρω βουνά στην πόλη.

Μέσα στα συντρίμμια του ξύλινου πουλιού και σ’ ένα σακί παραγεμισμένο με άχυρο και πριονίδια, βρήκαν ανέπαφο ένα ξύλινο κασελάκι, βαμμένο σε έντονο κόκκινο χρώμα. Μέσα υπήρχαν έγγραφα και πάπυροι με σπουδαιοφανή εμβλήματα και χρυσοποίκιλτα βουλοκέρια, που έφεραν τα ονόματα των τεσσάρων Αρχόντων των δυτικών πόλεων της Αράχνης. Οι τελευταίες οδηγίες και διαβεβαιώσεις για τη σύναψη της απέραντης ειρήνης.

Ο Κβάζαρ κούνησε το κεφάλι του και ακολούθησε νοερά την αντίστροφη πορεία της μυτερής σκιάς που είχε δει νωρίτερα. Το βλέμμα του προσπέρασε την πόλη και συνάντησε μία απόκρημνη πλαγιά στα Δυτικά, όπου είχαν επισημάνει πριν μέρες τη θέση ενός απομονωμένου φυλακίου του βασιλείου. Τώρα εκεί έκαιγαν τρεις μεγάλες πυρές, ορατές από μίλια μακριά.

Ο Κβάζαρ πήρε στα χέρια του τα βαρύτιμα έγγραφα και αποφάσισε να τα μελετήσει αργότερα με την ησυχία του, γιατί υπήρχε ακόμα μία είδηση, ίσως εξίσου σημαντική. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του φρουρού, ο Παλαβός Αλχημιστής είχε εξαφανιστεί! Μερικοί στρατιώτες ορκίζονταν ότι τον είδαν να ανεβαίνει από τα σκοινιά, μαζί με τους πρώτους λόχους. Την ίδια στιγμή άλλοι τον είδαν να μπαίνει σαν τρελός στο ψηλότερο κτίσμα της πόλης και ταυτόχρονα άλλοι τον είδαν να κατεβαίνει περπατώντας κάθετα πάνω στα τείχη. Από τη σκηνή του, δε, έλειπαν όλα τα πράγματα κι ο αλλόκοτος εξοπλισμός του. Μπαούλα, χάρτες, φιαλίδια, εργαλεία, όργανα, ψαλίδια, καθρέφτες και όπλα.

Ο Κβάζαρ αναθεμάτισε και ξεχνώντας αυτοστιγμεί την ως τότε προσφορά του συμμάχου του, μετάνιωσε που είχε συμφωνήσει να πάρει μαζί του στην εκστρατεία το μυστηριώδη εκείνο άνδρα με τις παράξενες ιδέες. Πύρωσε και έβρισε τον καταραμένο άνεμο που τον είχε πετάξει στο δρόμο του. Με τις φλέβες στο λαιμό του φουσκωμένες, διέταξε όποιον συναντούσε τον Παλαβό Αλχημιστή να τον συλλάμβανε νεκρό ή ζωντανό, χωρίς φυσικά να υποπτεύεται τη ματαιότητα των λόγων του.

Τι να σήμαινε άραγε αυτή η απροειδοποίητη εξαφάνιση; Τι είδους καινούρια μαγγανεία είχε μηχανευτεί για να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις;

Άρπαξε το πρώτο τελώνιο που βρήκε και φώναξε να παρουσιαστεί μπροστά του ένας απ’ τους γλοιώδεις, βαριεστημένους αρχηγούς τους. Όσο κι αν χρειαζόταν όλες του τις δυνάμεις για να επιβεβαιώσει τη νίκη του και να διασφαλίσει την κυριαρχία του στον Ανατολικό Πύργο, έπρεπε δίχως χασομέρι να αποσπάσει δυο τρεις ομάδες προσκόπων για να κυνηγήσουν αυτούς που είχαν επιχειρήσει έξοδο και είχαν ξεφύγει απ’ τη μάχη στο Χθόνιο. Δεν πολυπίστευε ότι συνιστούσαν απειλή, αλλά και δεν ήθελε να στηθεί οποιουδήποτε είδους αντιπερισπασμός πίσω απ’ τις γραμμές του.

Εκείνη τη στιγμή αναδεύτηκαν οι σκιές δίπλα του και εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του ο αινιγματικός, μισοξωτικός κατάσκοπος. Ήταν πάνοπλος, κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο πολεμικό σφυρί κι η έκφρασή του απείχε πολύ απ’ τη συνηθισμένη, ψυχρή απάθειά του. Έσταζε ιδρώτα κι απ’ τον αριστερό του ώμο ξεπρόβαλε η σπασμένη ουρά ενός βέλους. Στο δεξί του μπράτσο κρεμόταν μισολυμένη μία γαλάζια κορδέλα. Ο κατάσκοπος κοίταξε τον Κβάζαρ στα μάτια. Η φωνή του έμοιαζε να ανεβαίνει από βάθη απύθμενα: «Χαίρε Κβάζαρ. Η νίκη που σου υποσχεθήκαμε είναι κοντά. Ο σοφός αστρολόγος στέλνει τώρα τις εντολές του. Της ομάδας των κυνηγών σου θα ηγηθώ εγώ. Μαζί μου θα ‘ναι κι ένας ακόμα άνθρωπος. Έτσι θα γίνει.»

Ο Κβάζαρ τον κοίταξε διερευνητικά από την κορυφή ως τα νύχια. Αμφιταλαντεύτηκε για το αν έπρεπε να τον εμπιστευτεί ή με μια γρήγορη κίνηση να του κατεβάσει το πριονωτό σπαθί στο λαιμό. Άλλωστε σε τι χρειαζόταν πια τη βοήθειά του; Μία αμοιβή λιγότερη. Ο μισοξωτικός χαμογέλασε και σαν να διάβασε τις σκέψεις του Πεδιανθρώπου, είπε: «Ακόμα δεν έχουν τελειώσει όλα. Σου λείπει μία λέξη. Ένα σύνθημα για να βάλεις στα χέρια σου τον φυλακισμένο.» Ο Κβάζαρ τον κοίταξε παραξενεμένος. Ένα ακόμα παιχνίδι; Συλλογίστηκε για λίγο και είπε ξεφυσώντας: «Εντάξει λοιπόν. Τα τελώνια είναι στη διάθεσή σου. Ποιο συνθηματικό υποτίθεται χρειάζομαι;»

Ο μισοξωτικός τράβηξε απότομα την ουρά του βέλους απ’ τον ώμο του και η λέξη ξεβράστηκε απ’ το στόμα του μέσα σ’ ένα μουγκρητό: «Αναγέννηση.»

Η σκηνή φωτίστηκε σαν να άναψαν ταυτόχρονα ένα εκατομμύριο πυρσοί. Πάνω απ’ τις πύλες του Μερκατάλ άρχισε να ανατέλλει ένας κατακόκκινος ήλιος.